2/6/10

Τα ζακυνθινά

Πάνω από 150 χρόνια έχουν περάσει από τότε που τα ιόνια νησιά ενώθηκαν με την Ελλάδα! Μέχρι τότε η επίσημη γλώσσα των νησιών ήταν η Ιταλική και ας βρίσκονταν υπό αγγλική κυριαρχία για πενήντα τόσα χρόνια. Η αλήθεια είναι οτι η ζακυνθινή τουλάχιστον γλώσσα, επηρρεάστηκε από την αγγλική από ελάχιστα έως καθόλου.
Θυμάμαι τη νόνα μου και το νόνο μου να λένε '' ατσιδέντε και μορογάρω μη πρεμουράρεις'' Τι σήμαινε πάλι τούτο; Ρωτάγαμε τη μάνα μας. ''έτσι μίλιανε οι παλαιοί'' μας έλεγε. Στη γειτονιά οι γεροντότεροι μιλάγανε μεταξύ τους και με τα παιδιά τους (τους γονείς και τους θείους μας) σε ακαταλαβίστικη ΄για μας γλώσσα. Κάποιες λέξεις τους τις καταλαβαίναμε κάποιες άλλες όχι και μεις συνεχώς ρωτούσαμε τι σημαίνει ετούτο τι σημαίνει τ΄άλλο. Καταλάβαμε νωρίς πως υπήρχαν δύο γλώσσες η μία η ελληνική ήταν αυτή που επιτρεπόταν στο σχολείο και η άλλη ήταν αυτή που ήταν παλαιά. Τση νόνας και των θυγατερώνε τσης, που δεν είχαν πάει ή δεν είχαν τελειώσει το σχολειό, τους ξέφευγαν πολλές λέξεις στην καθημερινότητά μας. Ο νόνος, γραμματιζούμενος καθώς ήταν συμπάθαγε τη καθαρεύουσα. Η μάνα μας επηρεασμένη από τον δικό της πατέρα, που είχε πάρει μέρος στον πόλεμο του '40, δεν συμπαθούσε τα ιταλικά. Η άλλη νόνα πάλι(η μάνα της, που έβγαζε καντίλες έτσι και τη λέγαμε νόνα αντίς γιαγιά), γραμματιζούμενη και εφτούνη και μοντέρνα για την εποχή της (από τις πρώτες γυναίκες που έκοψαν αλα γκαρσόν τα μαλλιά τους), ζώντας από χρόνια στην Αθήνα, κάθε φορά που ερχόταν στο νησί έκανε κριτική για τον τρόπο που μιλούσαμε, τις λέξεις που χρησιμοποιούσαμε και την προφορά μας. Η γλώσσα που μιλούσαμε ήταν, κατά αυτήν, για τους χωριάτες, για τους γέρους, για τους αμόρφωτους. Ναι, ήταν ιταλικά, αλλά δεν είμαστε τα κλεφτρόνια οι ιταλοί για να τα μιλάμε. Η γλώσσα μας είναι η ελληνική και στα ελληνικά λέμε ''γιαγιά''. Μεγαλώσαμε λοιπόν σε δύο αντίπαλα γλωσσικά στρατόπεδα με αρχηγούς τσι νόνες μας. Η μία, η νόνα-νόνα, η αγράμματη που μας μεγάλωσε με τσι παρόλες τσης και τσι μπαρτζολέτες τσης, επέμενε στα παλαιά ζακυνθινά και ιταλικά και ας έλεγε οτι δεν νογάει να μιλήσει τα ιταλιάνικα. Η άλλη, η νόνα-γιαγιά, η γραμμματιζούμενη, η Αθηναία, η λίγο σνομπ Καπνισοπούλα, επέμενε στα Νέα Ελληνικά και μας έλεγε παραμύθια του Περρό, του Άντερσεν, των Γκριμ ή και ποιήματα του Σολωμού και δημοτικά τραγούδια που τα προσάρμοζε σε παραμύθια. Από αυτήν πρωτοακούσαμε ιστορίες παρμένες απο βιβλία του Βερν, του Δουμά, του Ουγκώ. Συστρατευτήκαμε με το δεύτερο στρατόπεδο, μάλλον αναγκαστικά, αφού συνεπικουρούσε και το σχολείο.
Μετά τα οχτώ μας χρόνια, αμπαλατζάραμε μεταξύ της μιας γλώσσας και της άλλης. Ελληνικά στο σχολείο και ''χωριάτικα'' στο σπίτι. Αργότερα στο γυμνάσιο ξαναανακαλύπταμε τα ''παλαιά'', αλλά μόνο αυτά που συναντούσαμε στην μεταφρασμένη από τον Εφταλιώτη ή τον Κακριδή ''Οδύσσεια''. Π.χ.''μπόλια'' ή γραμματικούς τύπους π.χ. ''παλε'' αντί ''πάλι''. Λέξεις και τύπους που χρησιμοποιούσαν οι γεροντότεροι.
Στη συνέχεια θυμάμαι τα ανήψια μου να μεγαλώνουν στο νησί και να με ξάφνιάζουν ευχάριστα, διαπιστώνοντας κάθε φορά που τα έβλεπα, πόσο ζακυνθινόπουλα ήταν σε λεξιλόγειο και προφορά. Με το που άρχιζαν όμως, το Δημοτικό, σιγά σιγά απομακρύνονταν από τη ντοπιολαλιά.
Σήμερα μπαλαντζάρουμε ακόμη μεταξύ των ελληνικών και των ζακυνθινών. Μεταξύ του ''της γιαγιάς μου'' και ''τση νόνας μου'' Τουλάχιστον όσο είμαι εδώ, στην Αθήνα...αλλά και εκεί, στο νησί. Μπάσταρδα ζακυνθινά στην πόλη, μούλικα ελληνικά στο νησί. Ένα υβρίδιο η γλώσσα μου.
Τα παιδιά μου, δεν γνωρίζουν ούτε μια λέξη από τα ζακυνθινά και εγώ κάνοντας μια προσπάθεια να τους μυήσω στην ποικιλότητα των ελληνικών διαλέκτων και ντοπιολαλιών, κατέγραψα όλες εκείνες τις λέξεις που θυμάμαι να λέει η νόνα μου. Δεν είναι καθόλου παράξενο που οι περισσότερες από τα ''παλαιά'' που θυμήθηκα είναι ιταλικά ή ελληνοποιημένα ιταλικά.
Στην επόμενη ανάρτηση η συνέχεια...