6/3/19

Η ΚΟΡΗ ΠΟΥ ΠΗΓΕ ΓΙΑ ΚΟΥΜΠΑΡΑ ΚΑΙ ΓΥΡΙΣΕ ΝΥΦΗ

Ναι, αληθεια είναι, να σε χαρώ! Τον εσμιγε από καιρούς στη βρυση. Πήγαινε τάχα μου για νερο, να γιομίσει τσι σιγλους . Είχανε κάμει το ένα τσους με τσι άλλες και τση κάνανε πλάτες. Όχι, οτι δεν τη φθονεύανε, τη φθονεύανε, αλλά είναι που και ελόγου τσης εγνώριζε τσι δικές τσους πομπές και για δαύτο δεν βγάλανε τσιμουτία. Όχι, όχι μωρές, μην ακούτε τι λένε τα τραγούδια, οτι τάχα μου τση τόπε ένα πουλάκι με ανθρώπινη μιλιά. Δε γένουνται, να σας χαρώ, ευτά τα πράματα. Εκείνη η χολή τση τόπε, η Κατερούτσα, που όλο γύρευε να τηνε εκεντρώσει. Φιλενάδα να σου πετύχει! Όσκε, πιο μπροστά η Μαρία δεν ήξερε τίποτα, εκεί στη βρύση τα μαθε τα μαντάτα. Ναισκε, ο κόσμος είχε βουϊξει για τα προξενιά, αλλά η Μαρία ντουκ ντουκ στον αργαλειό και φρτ φρτ τη σαϊτα και δόστου και αναστεναμούς πάνου από τα στημόνια, είδηση δεν πήρε! Αμηηή, του 'φαινε το ζωνάρι, να του το πάει ρεγάλο...χρυσοχέρα; Ουου, πού να ιδείς τι έχει φτιασμένα, άλλη δεν υπάρχει σαν εδαυτηνε! (Παρεχτός και αν ποτέ βρεθεί καμμία από του Δομενεγίνη τη φαμελιά να κεντήσει για τη Ρήγισσα μαντήλι), ...Άσε μωρή κοπέλα... Τίποτα. Δικά μου. Ε, τώρα τι να σου πω; Το ζωνάρι στον κόρφο τσης είχε κρύψει και πήγαινε να τονε σμίξει. Σα το κερίο εγίνηκε η κοπέλα σαν έμαθε για τσι αρραβώνες του, αλλά βαστήχτηκε και καμώθηκε οτι δε τη γνοιάζει, για να μη θαραπαεί η Κατερούτσα. Μα, τό 'δατε το χείλο τσης πώς τρεμούλιαζε, δεν το 'δατε; Δεν είναι και λίγο, εδώ που τα λέμε αναμεταξύ μας, να ξεσπαλιάζεσαι στον αργαλειό να του κάμεις ζωνάρι και κειός να παντρολογιέται με άλλη. Δεν είναι και λίγο! Ναι, ναι, και δεν πρόλαβε να συνέρθει απο το ξαφνικο, έρχεται καβάλα καμαρωτός- καμαρωτός και ο λεγάμενος. Ναι, ο αθεόφοβος, ήρθε και την έβρηκε. Άντρες! Τι περιμένεις; Όμορφος, όμορφος! Ναι, να σε χαρώ, καβάλα στο άλογό του, σαν τον Αη Γιώργη - κολάζουμαι, Θε μου σχώρα με, γρία γυναίκα. Και αντίς να τση απολοηθεί, τι τση γυρεύει ωρές κοπέλες; τι λέτε οτι τση γυρεύει; Καλά, ναι, και νερό να πιει τση γύρεψε, αλλά τση γύρεψε, άκουσον , άκουσον θράσσος! Τση γυρεψε να γένει κουμπάρα του, να τονε στεφανώνει..! Το ματακούσατε τέτοιο πράμα; Άη, μωρή και συ! ..ο κουμπάρος τη κουμπάρα...! Ορίστε μας! Αμέσως! Αλλά...! Η Μαρία βράχος! Ψύχραιμη! Κυρία! Εβαλε τα λούσα τσης και πήγε στο στεφάνωμα. Αμη, τι νόμιζες; Ότι θα καθοτουνα να κλαψουριζει και να τον καταριέται, σαν κάποιες άλλες που παρακαλουνε να τσακιστεί και να συντριβει και να μη μπορούνε να τον εγιανουνε, τον αγαπητικο που τσι παράτησε, ούτε σαράντα ντοτοροι με τσι μαθηταδες; Οσκε, Οσκε, επήγε και ούλοι εθαμπωθηκανε από την ομορφαδα τσης! Μα, μη με ρωτάς άλλα, ελίγωσα . Παρακάτου είναι ούλα τα συμβάντα, που σαν πρωτάκουστο, γινηκανε τραγούδι αμεσως, με το νις και με το σύγμα. Ο Νικόλαος
Κατραμής και ο Πάσσωβ φυλαξανε τα λόγια στα γραφτά τσους. Δεν ξέρω τίποτα άλλο να σας πω, αλλά και να ήξερα δεν θα ήλεγα, γιατί δεν είμαι γω σαν τσου ανθρωπους τση παρεθύρας ή σα καμμία κουτσομπόλα που στέκεται με τσι ώρες στις βρύσες...Για να εξηγούμαστε..!


Προξενητάδες έστειλεν ο Ράλλης* για γυναίκα,
Τη βρήκανε οπώφαινε του Ράλλη το ζωνάρι.
Χρυσάφι, ασήμι τώρριχνε, μάλαμμα και λογάρι,
Κι' ασήμι κι' ασημόγνεμα, κλονιά μαργαριτάρι.
Το 'φανε και το ξύφανε, στον κόρφο της το βάνει.
''Μάνα, νερό δεν έχουμε κ' εγώ θα πάω να φέρω''.-
Χρυσό σιγλάκι άρπαξε, στη βρύσι κατεβαίνει.
Κ' εκεί βρήκε τζη όμοιαις της και τζη χειροτεραίς της.
''Μωρή καρυδομάγουλη κι' αμυγδαλογελάστρα,
Μωρή ανεράϊδα του γιαλού και ανευροχορταρίστρα,
Ο Ράλλης επαντρεύτηκε κι' άλλη γυναίκα επήρε,
Κ' εσέ κουμπάρα κράζει σε να τόνε στεφανώσης''.-
''Εγώ, κι' αν επαντρεύτηκε, κι άλλh γυναίκ' αν πήρε, κι αν άλλη ραβωνιάστηκε με γεια του, με χαρά του.
Να παντρευτώ θέλω κι' εγώ κοντά στη γειτονιά του,
Να πάρω απ' τη γέννα του και οχ τη γεννολογιά του,
Και να περνώ 'πό κείθενε, να καίγετ' η καρδιά του''-
Να σου κι' ο Ράλλης έρχεται, στον μαύρον καβελλάρης,
Με το καπέλλο χαμηλά, την κόρη χαιρετάει.-
Βγάλε μου, κόρη μου, νερό, να πιώ κ' εγ' κι ο μαύρος...
Κόρη μ' τι έχείς και χλίβεσαι; τι εχείς κι' αναστενάζεις;''-
''Έμαθα που παντρεύτηκες με γεια σου με χαρά σου,
Κ' εγώ πέρν' απ' τη γέννα σου κι απ' τη γενολογιά σου,
Να παντρευτώ θέλω κ' εγώ, κοντά στη γειτονιά σου,
Να με θωρούν τα μάτια σου, να καίγεται η καρδιά σου''-
''Κόρη μ' κι αν παντρεύτηκα, κουμπάρα να σε κάμω,
Ν' αλλάξεις τα στεφάνια μου να πής το ροιζικό μου''-
Πέρνει και πάει σπίτι της σα μήλο μαραμένο,
Σα μήλο, σα τριαντάφυλλο, σα Πατρινό κεράσι.
Κ' η μάνα της την ερωτά, η μάνα της τση λέει,
''Τι έχεις Μαρία, και χλίβεσαι, τι έχεις και αναστενάζεις;-
''Τι να σου πω μανούλα μου, τι να σου μολογήσω,
Ο Ράλλης επαντρεύτηκε, κι άλλη γυναίκα επήρε,
Κι εμέ κουμπάρα έκραξε για να τον στεφανώσω''.-
''Μωρή έχεις πόδια να σταθής, και μάτια να τηράξης.
Και χέρια βεργολύγιστα ν' αλλάξης τα στεφάνια;''-
''Και πόδια έχω να σταθώ, και μάτια να τηράξω,
Και χέργια βεργολύγιστα ν' αλλάξω τα στεφάνια''.-
Κοντεύαν η αποκριαίς, εκόντευε κι ο γάμος
Κ' η μάνα της κ' η θειάδες της κ' η πρωτοξαδρεφαίς της
Τρεις μέραις την χτενίζανε, τρεις μέραις και τρεις νύχταις.
Τζη βάν τον ήλιο πρόσωπο, και το φεγγάρι στήθια,
Και του κοράκου τα φτερά τζη βάνουν καμαροφρύδια.
Τον άμμο τον αμέτρητο' τζη βάνουν δακτυλίδια
Και σαν λουλούδια του βουνού βάνουν μαργαριτάρια.-
Τη ρούγα πέρνει μόνη της, στην εκκλησιά πηγαίνει.-
Κι όταν την ειδ' η εκκλησιά, απ' άκρην άκρη εσείστη.
Π{απάς την είδ' εσώπασε, διάκος δεν ελειτρούγα,
Κ' εκειά τ' αναγνωστόπουλα 'φήκαν τα συναξάρια.-
''Ψάλλε παπά, σαν έψαλλες, διάκο 'σαν ελειτρούγας.
Κ' εσείς αναγνωστόπουλα πέστε το διάβασμά σας!''-
Και η Μαρία σαν έπαψε, ο Ράλλης απλογήθηκε, ο Ράλλης απλογιέται
''Βλόγα παπά μου,βλόγησε κι αν θέλεις δυο πουγγι' άσπρα
γύρε τα στεφανάκια σου και βάλτα της κουμπάρας,
παπά μου κάμε γλήγωρα, κάμε για τη ψυχή σου.
Κάμε τη νούνα νύφη μου, τη νούνα σαστικιά μου
Μ' αυτή μαζή θα ζήσουμε, ώστε να βγή η ψυχή μας''.-
Κ' η μάνα της σα γύρισε, τρέχει την αγκαλιάζει,
''Καλώς τη θεγατέρα μου τη μυριοτιμημένη
Που για κουμπάρα εκίνησες κ' ήρθες στεφανωμένη''.*
------------------------------------------------------------
Συρραφή από το ζακυθινό δημοτικό τραγούδι που διέσωσε ο Ν. Κατραμής και από το αντίστοιχο ζακυθινό που διέσωσε ο Πάσσωβ. Διατήρησα την ορθογραφία τους , αλλά όχι το πολυτονικό.
*Ράλλης=Πιθανό να πρόκειται για τον Μιχαήλ Ράλλη Δρίμη, αρχηγό των στραντιοτι κατά τα μέσα του 15ου αι. όπου μαζί με τους άντρες του και με του Μπούα κατέφυγε για κάποια χρόνια στη Ζάκυθο

14/2/19

ΖΑΚΥΘΙΝΟ ΠΑΡΑΜΥΘΟΤΡΑΓΟΥΔΟ..


Μια φορά και έναν καιρό μια βασιλοπούλα βλέποντας τον γέρο πατέρα της να έχει πέσει στα πατώματα, επειδή ένας νεαρός βασιλιάς, ορέγομενος τα εδάφη της επικράτειάς τους, ζητούσε γη και ύδωρ, ειδεμή θα είχαν πόλεμο, αποφάσισε να ντυθεί άντρας και ως αρσενικός διάδοχος του πατέρα της να επισκεφτεί τον επίδοξο σφετεριστή του θρόνου και να προσπαθήσει να του αλλάξει γνώμη. Σε περίπτωση αποτυχίας θα πολεμούσε η ίδια μαζί του.
Μετά από πολλές φουρτούνες και περιπέτειες η εντυπωσιακή φρεγάτα της, επανδρωμένη με 40 παληκαρόπουλα του αναστήματός της, φτάνει στο λιμάνι του ''εχθρού''.
Ο νεαρός βασιλιάς, ο ''εχθρός'' δηλαδή, βλέποντας από τον πύργο του την πολυτελή φρεγάτα να μπαίνει στο λιμάνι του, σπεύδει να κατεβεί στην προκυμαία για να υποδεχτεί επίσημα τον σπουδαίο πρέσβη ''πρίγκιπα'' και τη συνοδεία του, όπως απαιτούσε το αντέτι. Κατά το αντέτι πάλι, αλλά ισως και από εσωτερική παρόρμηση και έλξη, ο νεαρός βασιλιάς σκύβει να φιλήσει τον επισκέπτη και....έγινε η ζημιά!!! Ο νεαρός επισκέπτης στοίχειωσε τον λοϊσμό του! ΄''Μα τι φιλί ήταν εκείνο; Τι γλυκό στόμα! Είναι άντρας, μα φιλεί σαν γυναίκα! Τι μου συμβαίνει;'' Μην αντέχοντας τις αμφιβολίες για την αυθεντικότητα της σεξουαλικής του ταυτότητας και των προτιμήσεών του, εμπιστεύεται τους προβληματισμούς και τις ανησυχίες του στη μανούλα. Εκείνη ακουγοντάς τον, ειναι αλήθεια, ψιλοταράχτηκε! Τι θα γενόταν το βασίλειο, αν το βλαστάρι της, αντί για γυναίκες, άρχιζε να ποθεί άντρες και δεν άφηνε απογόνους να τον διαδεχτούν στον θρονο; Όμως, σοφή ούσα, η βασιλομήτωρ βρήκε γρήγορα την ψυχραιμία της και τον συμβούλευσε να προσκαλέσει σε ξιφομαχία τον φιλοξενούμενο και αν κέρδιζε ο νεαρός ξένος πρίγκιπας, τότε σίγουρα και απαρασάλευτα ήταν άντρας!
Ο νεαρός βασιλιάς ακολούθησε κατά γράμμα ο,τι του είπε η μανούλα, αλλά μετά το πέρας της ξιφομαχίας παρέμεινε εξίσου μπερδεμένος με πριν! Ξαναπηγαίνει στη μέντορά του, τη μανούλα, και της ξανακουμπάει τους προβληματισμούς του. Είχε νικηθεί! Ο πρίγκιπας ξιφομαχούσε σαν άντρας, μα εκείνο το φιλι....!!! Εκείνο το φιλί, ακόμη του έκαιγε τα χείλη...!
Ακολουθεί νέα συμβουλή από τη μαμά: Να τον καλέσει για κολύμπι! Τι στο καλό! Αν είναι άρρεν, σερνικός παναπεί, θα δεχτεί. Αν είναι θηλυκό, και αν έχει τσίπα πάνω της, θα αρνηθεί γιατί θα ντραπεί να γυμνωθεί μπροστά του και να μείνει με τη σκαμπαβία μοναχά και τα κότολα. Και τω όντι, ο νεαρός πρίγκηψ δέχτηκε ευχαρίστως την πρόκληση και προς μεγάλη, εννοείται, απογοήτευση του νεαρού βασιλιά, γιατί πλέον, έπρεπε να συμβιβαστεί με την νέα πραγματικότητα των σεξουαλικών του προτιμήσεων.
Και εδώ αρχίζουν τα νόστιμα! Ο πρίγκιπας, η νεαρή βασιλοπούλα δηλαδή, είχε σχέδιο..... αλλά το παρακάτω δεν γνωρίζω να σας το πω, καθώς οι σχετικοί στίχοι δεν έχουν διασωθεί! Ωστόσο το παραμύθι μας, σύμφωνα με τους τελευταίους στίχους που διασώθηκαν, έχει χάπι εντ!!! Ο έρωτας είναι αμοιβαίος, ο πόλεμος αποσωβείται και το ζεύγος καταφτάνει στην πατρίδα της γενναίας κόρης και ζήσαν όλοι μια χαρά και μεις καλύτερααα!
Το παραπάνω παραμύθι στην Ζάκυνθο έγινε δημοτικό τραγούδι, ενώ στην Ήπειρο συναντάμε παραλλαγές του παραμυθιού για μία βασιλοπούλα που πήγε στον πόλεμο και επειδή με το πέρας του πολέμου περηφανεύτηκε οτι πήγε παρθένα γύρισε παρθένα, ο προσβεβλημένος βασιλιάς την απήγαγε, εκείνη από τον θυμό της πήρε όρκο σιωπής, μέχρι που η μνηστή του βασιλέως την αντιμετώπισε ως δουλάρα και τα πήρε στο κρανίο η μουγγή, και έβγαλε μια γλώσσα να...! κλπ κλπ! Αυτά στην Ήπειρο. Αλλά και αλλού συναντάμε διάφορες παραλλαγές του. Η πιο συχνή είναι οτι σε κάποιες από τις δοκιμασίες έσπασε ένα από τα κουμπιά του μπούστου και φάνηκε το βυζί της, όμως το υπόλοιπο κόνσεπτ είναι εντελώς διαφορετικό. Δεν έχει τις νοστιμιές του ζακυνθινού.
Παρακάτω απολαύστε την έμμετρη μορφή του παραμυθιού, από δημοτικό άσμα της Ζακύνθου, όπως το διέσωσε ο Λ. Ζώης στο ιστορικολαογραφικό του λεξικό. Εκτιμώ οτι δημιουργήθηκε στο α' μισό του 19ου αιώνα επί αγγλικής κυριαρχίας, όταν πλέον οι ζακυνθινομωραϊτες και οι ηπειρώτες, καλαρύτες και γιαννιώτες, είχαν εγκατασταθεί στο νησί, όταν το τσεκίνι είχε πάψει να υφισταται και η ελληνική είχε γίνει η επίσημη γλώσσα. Το ''φριγάδα'' από το αγγλικο frigade αντί του βενετσιάνικου fregada ή του ιταλικού fregata, καθώς και το τουρκικο νόμισμα γρόσι που άρχισε να εισρέει στα εφτάνησα μετά το ορλοφικά αλλά σε σημαντικές ποσότητες κυρίως μετά το 1812, όταν υπήρξε έλλειψη μικρού νομίσματος, καθώς και οι τούρκικες λέξεις ''ντιβάνι'' και ''σελάχια''(είναι ο ζωστήρας για όπλα), σηματοδοτούν κάπως τον χρονο δημιουργίας του.
"Βασιλοπούλα κάθεται σ' ολόχρυσο παλάτι
έχει ριμμένα τα μαλλιά στην κρουσταλένια πλάτη,
Έχει τ' Απρίλη τσι δροσιές, τα λούλουδα του Μάη
τον κύρη της παρακαλεί και τον συχνορωτάει:
-''Για πες μου, βασιλέα μου, γιατί βαρυκαρδίζεις,
που εσύ έχεις χώρες και χωριά και συ τα διορίζεις;
Πού έχεις λιβάδια αμέτρητα, γρόσια πολλά κατέχεις,
πες μου σ' εμέ τον πόνο σου, μολόγησέ μου τι έχεις;''
-''Μα τι έχω, κόρη, να σου πω πολύ θα σε πικράνω
τι με ωφελούνε τα καλά, τα γρόσια τι να κάνω;
Πού ένας μεγάλος βασιλιάς, κι έν' άξιο παλικάρι
που έχει στρατόν αμέτρητο, γυρεύει να μου πάρει
τσι χώρες μου και τα χωριά αδίκως ν' αποκτήσει,
αλλοιώς αυτός μου εμήνυσε πως θα με πολεμήσει!''
-''Γι αυτό, κύρη μου, θλίβεσαι και μέναμε πικραίνεις;
Εγώ θα πάω για τα σε και ήσυχος να μένεις.
Φριγαδα αρματωσε χρυσή και τα κουπιά ασημένια,
βάλε πανιά μεταξωτά, σαβούρα σιδερένια.
Βάλε στη πρυμνη το Σταυρό, στη πλώρη κεντημενα
φλαμπουρα με σαράντα νιους όμορφους σαν και μενα!
ούλοι νάχουν το μπόι μου και την περπατησιά μου
και κόψε και τα ρούχα τους αφ' τα χρυσά προικιά μου.
Αντρίκια ρούχα θα ντυθώ και θάλασσες θα σκίσω,
θα πάω να βρω τον βασιλιά να τονε πολεμήσω.
Αντρίκια ρούχα θα ντυθώ να βγω καμαρωμένα
και δος μου τα σελάχια μου τα χρυσοαργυρωμένα!''
Λίγος καιρός δεν πέρασε που η φριγάδα φεύγει,
χρυσή φριγάδα, ολόχρυση, ηλιοστεφανωμένη.
Το γύρο γύρο χαιρετά και στη φριγάδα μπαίνει
τον κύρη της παρακαλεί κι αυτά του παραγγέρνει:
-''Αν κάμεις χρόνια να με ιδείς, χρόνια για να μ' ακούσεις,
μην κατεβείς εις το γυαλό, τους ναύτες να ρωτήσεις!
Κύταξε τ' 'αστρο της νυχτός και τ' άστρο όντας φωτίσει!
όντας το ιδείς κι είναι θολό, ο χάρος θα νικήσει''.
Την άγκυρα εσηκώσανε και τα πανιά απλώσαν
και η φριγάδα εκίνησε, τα φλάμπουρα εφουσκώσαν,
κοντά της με σαράντα νιους, σαράντα παλικάρια
όλοι με ίδια φορεσιά εις τα μαργαριτάρια.
Εις τη βαθιά τη θάλασσα με ταραχή εδιαβαίναν
σύννεφ' από τον ουρανό μαύρα και αραχνιασμένα.
Βαρύς βορειάς εφύσηξε κ' εσήκωσε το κύμα
και η φριγάδα εσείστηκε και τα κατάρτια ετρίξαν
κι η ρηγοπούλα φώναξε τους ναύτες:''τι κοιτάτε;
Παιδιά, μαζεύτε τα πανιά και μη χασομεράτε''
και στο τιμόνι κάθεται και κοίταζε απ' την πλώρα
''Παιδιά, καρδιά κι αγνάντεψα του βασιλιά τη χώρα!''
Με τα σαράντα δύο κουπιά εφτάσαν στο λιμάνι
κι ο βασιλιάς του παλατιού καθόταν στο ντιβάνι.
Λαμπρά ρούχα εφόρεσε και φθάνει στο λιμάνι,
ειδ' ένα νέο όμορφο στον κόσμο δεν εφάνη
και με το ''καλωσόρισες'', πριν του μιλήσει ακόμα,
έσκυψε, τον εφίλησε γλυκά-γλυκά στο στόμα.
Παραέξω η κορη ετραβήχτηκε περήφανα του λέγει:
''Εγώ είμαι βασιλόπουλο και ήρθα για τα σένα.
Είμ' εκεινού που μήνυσες άδικα ν΄αποχτήσεις
τσι χώρες του και τα χωριά , αλλοιώς θα πολεμήσεις
Ο κύρης μου κι ο βασιλιάς μ' έστειλε να σ' ορίσω,
την ίδια γνώμη αν κρατείς, για να σε πολεμήσω''.
Ετότε ο νέος εκίνησε στη μάνα του πηγαίνει,
δεν ξέρει πότε έφτασε, τη σκάλα ανεβαίνει:
-''Μάνα, έφτασε νέος κι άραξε, μάνα μου στο λιμάνι,
οπού στα μάτια μου στον κόσμο δεν εφάνη,
Έχει του ήλιου τη θωριά , του φεγγαριού τη χάρη,
ποτέ μου δεν έχω ιδεί τέτοιας λογής καμάρι.
Μάνα, δεν ήταν νέου φιλί, στο στόμα τόχω ακόμα,
Ω! μ' έκαψε, με φλόγισε, ω! μου ΄καψε το στόμα!''
-''Σώπα, σώπα, παιδάκι μου και μη το βάνει ο νους σου
κόρη ναρθεί τόσο μακρυά στους τόπους τους δικούς σου,
που είναι τρομάρα θάνατος να φτάσει στο λιμάνι!''
-''Μάνα, δεν ήταν νέου φιλί, μανούλα μου, εκείνο,
παρά είναι κόρης όμορφης, γι αυτό φαρμάκι πίνω''.
-''Σύρε να παίξετε σπαθί, να ρίξετε λιθάρι
και α σε περάσει, είναι νιός και πρώτο παλικάρι''.
Πήγαν και παίξανε σπαθί και ρίξανε, λιθάρι
κι η κόρη επροσπέρασε και βγήκε με καμάρι.
-''Μάνα, είναι νέος στο σπαθί και νέος στο λιθάρι
και νέα είναι στο φιλί και βγαίνει με καμάρι''.
-''Σύρε να κολυμπήσετε στη θάλασσα, όντας φέξει
κι αν είναι νέος θα το δεχτεί και κόρη δε θα στρέξει''.
Η κόρη όντας τ' άκουσε, δεν κλαίει, δε δειλιάζει,
-''Μετά χαράς σου, βασιλιά, στη θάλασσα να μπούμε,
ταχειά, α θες και δίνεσαι μαζί να παραβγούμε''.
Τα παλικάρια μυστικά τα 'κραξε αράδα-αράδα.
-''Έτοιμη θέλω το πρωί για να βρεθεί η φριγάδα!''
Και η φριγάδα είν' 'ετοιμη, έτοιμη να κινήσει
κι ο βασιλιάς περίμενε το νέο να κολυμπήσει.
.....................................................................
.........................................................................
................ΧΑΜΕΝΟ ΜΕΡΟΣ......................
.................................................................
-''Α σου 'φταιξα, συμπάθησε.......................
για ένα φιλί που σου δωσα, κάλλιο να μη στο είχα δώσει,
που μ΄έκαμες και βρίσκουμαι χωρίς καρδιά και γνώση.
Σύρε να πεις του κύρη σου να μην κρατήσει αμάχη
νύφη να γένει η κόρη του, γιο του να με ονομάσει''
Τα παλικάρια τραγουδάν΄τα όργανα χτυπάνε
κι η κόρη με το βασιλιά έρωτα μολογάνε.
Ο βασιλιάς καθότανε, στα πέλαγα κοιτάει,
βλέπει τη θυγατέρα του, εις τη φριγάδα πάει.
Ποιος είδε ψάρι στο βουνό και θάλασσα σπαρμένη;
Ποιος είδε κόρη όμορφη στ' αντρίκια φορεμένη
να παιζει με τη θάλασσα, το κύμα να μουλώνει,
να μαϊνάρει τα πανιά, ν' αρπάζει το τιμόνι;
Να βγαίνει πρώτη στο σπαθί και πρώτη στο λιθάρι;
και κερδισμένη πάντοτε να βγαίνει με καμάρι;
-''Καλώς τηνε την κόρη μου, τη βλέπω και θαυμάζω΄
πολεμιστή την έστειλα, νύφη την αγκαλιάζω''.

Ο Πλαστογράφος της Αναφωνήτριας


Κάθε φορά που το νησί απειλουνταν με ξεκληρισμό και αφανισμό- και δεν ήταν λίγες οι φορές- και εφόσον οι ύμνοι και οι προσευχές, με όσο πάθος κι αν είχαν ειπωθεί, δεν είχαν απότέλεσμα, οι ζακυθινοί χρησιμοποιοιούσαν τα μεγάλα μπρόγια για να φτάσει, επιτέλους, η κοινή προσευχή τους για έλεος, στους ουρανούς. Ανομβρία; Λοιμική; Σεισμοί; Στις φοβερές και κρίσιμες στιγμές κάποια από τις κυρίες των βουνών, Σκοπιώτισσα, Αναφωνήτρα, Κεριώτισσα κ.α. ή και δύο από αυτες, ή και τρεις, κατέβαιναν στη χώρα, είτε για προσκύνημα, είτε για λιτάνευση, με κάθε επισημότητα που απαιτούσε το τελετουργικό. Με το αζημίωτο, φυσικά! Κάποια φορά, γύρω στo 1677, είχαν κατεβάσει την Παναγία Αναφωνήτρα στους Αγίους Αποστόλους στη Χώρα, γιατί είχε καιρούς να βρέξει και κιντυνεψανε να ζημώσουνε τσι χριστοκουλούρες με κρασί σκέτο. Ανομβρία και ξεραϊλα τόση, που στη Strada delle Εrbe οι ζοχιοί και τα χεροβότανα, κάνανε ένα μάτι! Δίψαε ο κόσμος, δίψαε και η γής που είχε γένει ούλο σκισίες (Πώς είναι το κρακελέ;) Τότες, λοιπόν, ο κρης ιερέας Κέκος ή Γκέκος (ή Τσέκος από το Φραγκίσκος ή Φρατζέσκος) Καλλέργης, που υπηρετούσε στον ναό των Αγίων Αποστόλων, σκέφτηκε: γιατί να ταλαιπωρείται η σεπτή εικόνα της κυράς με τα ανεβοκατεβάσματα δώθε κείθε με το μουλάρι του μοναστηριού, και να κιντυνεύει να πέσει σε κάνα γκρεμό ή σε καμμία νεροσυρμή και να τσακιστεί για μισό βατσέλι με άσπρα; Ατός του ζωγράφος, αγιογράφος ήτανε. Ε, μπόρειε λοιπόν, να κάμει μία ολόιδια πιτούρα του κονίσματος και να στέκει ολοχρονικοίς εδεκεί στη Χώρα. Μήπως δεν την είχανε χρεία κάθε μουμέντο; Ούτε οι σεισμοί λείψανε ποτές, ούτε οι πανούκλες και οι βλογιές! Έπειτα, ήθελε να κάμει και μια εκκλησία δική του, που ως ιερέας ρεφερενταριος δεν θα μπορειε να μαζέψει τα χρειαζουμενα τσεκινια ούτε στον αιώνα τον άπαντα. Δεν το σκέφτηκε δεύτερη φορά. Πήρε τα πενέλα του, το ''δε άστα'' και ''δε βάρω'', τα κολόρια και ασπραδια αυγού και έφτιαξε μια ολόιδια! Κάποιος, ...κάπως, ...δεν ξέρω πώς, ...μαθεύτηκε! Και να, ο Καλλέργης να τραβιέται στα κριτήρια... και ούλο το νησί να έχει βουήξει για το ανοσιούργημα και τον ιερόσυλο ...και να η τρομολαγνεία και οι Κασσάνδρες ...που θα μας κάψει ο θέος,...θα μας βουλιάξει συφορά μας, που ο κακοχροναναχει... που να μη τονε ευρει άλλη μερα, που να συντριβεί και να τσακιστεί , να ξακληριστεί, να αφανιστει κλπ κλπ . κατάρες. Το Τζουντιτσιο πήρε μέρες και μερες, μέχρι ο πρεβεδούρος Γιακουμής Κορνάρος (Κορνέρ1676-1678) να αποφανθεί και με διάταγμά του να ορισει οτι πρέπει το αντίγραφο της εικόνας της Αναφωνήτριας να μείνει για πάντα μαζί με το πρωτότυπο.
Δεν γνωρίζω αν επιβλήθηκε ποινή και τι είδους στον Τσέκο,
είναι όμως γεγονός οτι την ίδια χρονιά του δωρήθηκε ή του είχε δωρηθεί ένα οικοπεδάκι πάνω στη Σαρτζάδα για να χτίσει το όνειρό του: μία εκκλησία, με τον όρο να γίνεται πότε πότε κάνα μνημόσυνο ή κάνα τρισάγιο υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του δωρητή. Όπερ και εγένετο! Έκτισε, εκεί στη Σαρτζάδα, τον ναό της Αγίας Αννας και Ιωακείμ όπου τον αμπελίρησε με δικά του έργα. Δια χειρός του! Αργότερα ο γιος του, Νικολαος Καλλέργης, σπουδαίος ζωγράφος, εκόσμισε με έργα του σημαντικούς ναούς του νησιού. Ένα από αυτά είναι στον Άγιο Χαραλαμπη στο ποτάμι, όπου αιωνες μετά, κατά την αφαίρεση του "πουκαμισου" της εικόνας για συντήρηση, οι σύγχρονοί μας πρόσεξαν ότι στο φόντο είχε ζωγραφίσει και την πόλη της Ζακύνθου όπως ακριβώς ήταν στην εποχή του (18ος)
---------------------------------------------------------------------------
Η Φωτογρφία είναι από το μπλογκ του π. Panagiotis Kapodistrias''Νυχθημερόν'' http://www.nyxthimeron.com/2014/08/8_7.html
http://1.bp.blogspot.com/…/AAAAAAAB9eU/_tkyyhReMx4/s1600/An…

Ανεμοστρούφουλας στο Ιόνιο



20 ΓΕΝΑΡΙΟΥ -
ΖΑΚΥΝΘΟΣ: Φονικός ανεμοστρούφουλας έπληξε το νησί προκαλώντας στο πέρασμά του ανυπολόγιστες ζημίες σε γη και θάλασσα. Ο Ζαφείρης Τζάνες και οι συντρόφοι του αγνοούνται! Άκαρπες οι έρευνες στη θάλασσα για τον εντοπισμό τσους. Ανήσυχοι οι γονέοι τσους και ούλο το πόπολο.
Σήμερο, 20 Γεναρίου, ανημερίς του οσίου Μέγα Ευθυμίου, ημέρα Τρίτη, τρείς ώρες να βραδυώσει, (2.49 μ.μ*) ήρθε ένας ανεμοστρόβιλος και γίνηκε μεγάλη συφορά και αφανισμός σε πολλούς τόπους. Εξεκόλωσε πολλά δέντρα ελιές, κυπαρίσσια, εγκρέμισε καμπαναρία και διάφορα σπίτια και από άλλα επήρε τσι σκέπασες και τσου τσάκισε τα κεραμίδια. Οι κοκόροι από τσου αναμινάλες επήανε ούφου ντούφου. Μα το πούλιο βαρείο είναι που έκαμε χαλασμό μεγάλο και στη θάλασσα. Φουντάρισε βάρκες και πνιγήκανε αθρώποι. Ο Ζαφείρης Τζάνες με τους συντρόφους του αγνοούνται. Οι γονέοι τσους, βουρλισμενοι από την αγωνία, κάμανε παρακληση στον ναό των Αγίων Αποστόλων** με την ορπίδα να βάλει ο θέος το χέρι του για τη σωτηρία τσους. Οι έρευνες όμως, που άρχισαν αμέσως μετά τον ανεμοριπισμό και συνεχίστηκαν από τους ψαράδες που ήταν στο πόρτο για καλαμάρια με φανούς, μέχρι αργά τη νύχτα, δεν είχαν αποτέλεσμα!
Ούλοι μας, από το Φόρο μέχρι τον Αι Λάζαρο. δεούμεθα για το μιράκολο τση σωτηρία τσους.
Από έγκυρα ραπόρτα μαθαίνουμε για τη βολοντά του Πρεβεδουρου να δώκει όνομα στον ανεμοστρούβουλα μη και τονε λησμονήσουμε ή μη και τονε μπερδέψουμε με αλλονε, που τάχα μου θε 'ναρθει. Το όνομα του πρεντιλετου του είναι ευτο του οσίου Ευθυμίου***, όπου για συντομία θα λέεται '' Ο Θύμιος''. Το αρχοντολόι πάει κόντρα του και μήνυσε του πρεβεδούρου οτι ευτά δεν είναι σκέδια, είναι σεμπιάδες και θε να γένουμε ρεντίκουλο των σκυλιώνε.
Θύμιος ξεθυμιος να μη ματαπερασει Αγιοδητρια μου και αγία Αγαθη, αστραφτος είναι ο Θεός και αχειροποιητος ο ουρανός.
Μερκούριος, Ο Ντελάλης του Φόρου
20 Γενάρη 1713
* Το 1713 ίσχυε το Ιουλιανό ημερολόγιο, δηλαδή 13 μέρες μπροστά, όπου ο ήλιος δύει στις 5.49 μ.μ.
** Ο παραπάνω κυκλώνας πράγματι πέρασε και σάρωσε τη
Ζάκυνθο και δυστυχώς, το κείμενο στηρίζεται, ως επί τω πλείστω, σε πραγματικά γεγονότα τα οποία κατέγραψε ο ιερέας του ναού των Αγίων Αποστόλων, περίπου πεντέμισι μήνες αργότερα, στο βιβλίο της εκκλησίας, όταν του πήγαν τα κόλυβα του Ζαφείρη Τζάνε για τα εξάμηνα.
*** Άγιαντώνης έγραφε
Αι-Θανάσης έκοβε
κι Αγιο-Θυμιός θυμίαζε
(Ελληνική λαΪκή Παροιμία)

21/3/14

ΆγριεςΊριδες : Ο κόσμος των μικρών θαυμάτων














Και τι δεν μου θύμισε αυτή η μικρή άγρια ίριδα, Moraea sisyrinchium, που μοναχική φύτρωσε στο παρκάκι της γειτονιάς μου, εδώ στη Ν. Σμύρνη.
Κάθε χρόνο στις αρχές της Άνοιξης, το αλώνι μας μπροστά από το σπίτι (στη Ζάκυνθο βέβαια)γιόμιζε με τις μοβ μπλε λιλά πινελιές τους, δίνοντας χαρούμενο και ζωηρό χρώμα στον πράσινο καμβά. Με το γλυκό και διακριτικό τους άρωμά, στο οποίο ήθελες να βυθιστείς ξανά και ξανά, προοιώνιζαν την άνοιξη και τον ερχομό των πασχαλινών διακοπών. Και ήταν τόσο, μα τόσο εύθραυστες! Δεν άντεχαν στο βάζο αν τις έκοβες. Ζάρωναν και γέμιζαν μπλε ζουμί, λες και ήταν από τα δάκρυά τους που ξεριζώθηκαν από τη γη. Ευτυχώς τώρα μπορούν να φωτογραφηθούν και να παρατείνουν έτσι, τη ζωή τους πάνω στο πράσινο χαλί των αλωνιών, των χωραφιών και των ...πάρκων, μερικές ακόμη ώρες. Είναι ονειρεμένα τέλειες!!!

7/9/11

Θέρος, τρύγος, πόλεμος!
























Μόλις έφυγαν οι εργάτες, ρούφηξε τη τελευταία γουλιά από το κρασί του και άφησε να του ξεφύγει ένα άγριο ουφ. Τον παρακολούθησα με το βλέμμα να πηγαίνει στη βρύση και να ρίχνει νερό στο πρόσωπό του. ''Ουφ, ουφ'' ξαναβόγκηξε. ''Δεν θα τη βγάλω καθαρή φέτος'' ''Κούραση, ε;''
























Προσπάθησα να κρύψω την ενοχή μου πίσω από λέξεις και ερωτήσεις που περίττευαν. Ενοχή που είχε να κάνει με την αποχή όλων μας από τον τρύγο. ''Δεν είναι ωράριο, για μένα τούτο. Να δουλεύω μέχρι τσι τρεις μες τη κάψα. Δε θα τη βγάλω. Παλαιά κάναμε μεσημέρι και συνεχίζαμε το απόγιομα'' ''Πατέρα, δε λέει. Τα αγόρια, έχουν τις δουλειές τους, δεν μπορούν να τις απαρατήσουν και να έρθουν στον τρύγο. Εμείς έχουμε το μαγείρεμα και τα παιδιά μας να φροντίσουμε. Δεν μπορούμε να έρθουμε στο κτήμα. Δώσε παραπάνω χρήματα στους εργάτες και κλείσε τους χωρίς φαγητό, να μπορούμε να ερχόμαστε. Ή πάρε περισσότερους εργάτες και μη κάνεις τίποτα εσύ'' Μα, που να πάνε οι συφοριασμένοι να φάνε με πέντε ευρώ παραπάνου, που θα πάρουνε; Να βάλω περισσότερους δεν συμφέρει'' ''Ε, μα, αν δεν συμφέρει, αραίωσε τα κλήματα να μπαίνει άνετα μέσα το τρακτέρι, να γλιτώνεις το κουβάλημα και να χεις και λιγότερη δουλειά και λιγότερα εργατικά'' ''Μα, μπορώ να ξεκολώσω τη περιουσία μου;'' ''Πατέρα, είσαι 84 και θέλεις να δουλεύεις σαν παληκαράκι. Γίνεται;'' ''Αν έζειε η μάνα σου, θάβλεπες πως θα δούλευα. Ήτανε η ζωή μου'' Τώρα θες το μαστελαρισμένο κρασάκι που κατέβαζε σαν νεράκι, θες η κούραση, θες τα γεράματα και η μοναξιά του, τον πήραν τα κλάματα. Για τον πύργο που χάθηκε, για τον πύργο του. Τη μάνα μας. Και αν η μάνα μας ήταν ο πύργος, ο πατέρας μου είναι το κάστρο. Και λυπάμαι πάρα πολύ να βλέπω το άλλοτε απόρθητο και ισχυρό κάστρο, λίγο λίγο να βάλλεται από τον χρόνο και να λαβώνεται η περηφάνια του ακαταπόνητου, ζητώντας χέρι βοήθειας.
























 Την επόμενη μέρα, έχοντας και η Βάσω τα ίδια συναισθήματα, πήγε να τρυγήσει. Μαζί και ο Κώστας, ο αδερφός μας. Εγώ, αφού ετοίμασα κάτι για το φούρνο, πήρα τα παιδιά και πήγα στα αλώνια. Ο πατέρας μου είχε ήδη πάει τη ρούγα. Τον έδιωξα και φόρεσα τα γάντια μου. Έχωσα τα δάχτυλά μου στο σωρό του καλαθιού και σήκωσα μερικές σταφίδες. Μέλισσες και σφήκες πετάγονταν από παντού. Από πάνω μου, από πίσω μου...τώρα θα με τσιμπήσουν, τώρα θα με τσιμπήσουν...Έλιωσα μερικές σταφίδες προσπαθώντας να τις αποφύγω. Ευτυχώς που δεν ζει ο νόνος να αρχίσει να φουγιάζει ''ωρές, λιώμα τσι κάματε, γυαλίζει το αλώνι'' ή Πούλιο ντρίτα, πούλιο ντρίτα'' ήταν τότε που έβλεπε οτι δεν νογάμε να κρατήσουμε την ευθεία στις άκρες και έφερνε ένα ίσιο καλάμι για οδηγό μας. ''Τα κοτσάνια απόξω, κοπέλες και μη πατήτε τσι ρόγες που ροβολάνε, να τσι σαρώνετε με τούτο δω'' και μας έδινε ένα μάτσο ψίληθρα δεμένα δεμάτι για να σκουπίζουμε. Το άρωμα του φυτού ήταν έντονο και δεν υπάρχει περίπτωση να δω ψίληθρα και να μη θυμηθώ τα σαρωματάκια του νόνου μου και το άπλωμα τση σταφίδας. Όσο ήταν μπροστά ο γέρος ακολουθούσαμε τις οδηγίες του κατά γράμμα. Στις άκρες του αλωνιού, τα κοτσάνια έξω και ντρίτα στην ευθεία καθέτως και οριζοντίως για να μη δημιουργούνται γλώσσες και δυσκολεύει το άπλωμα. Σαρώναμε τσι ρόγες και απλώναμε με προσοχή ώστε να μη λιώσουμε τις σταφίδες. Μόλις πισωπλάτιζε για να πάει να σκαλίσει και να σημαδέψει το καλαμάκι του με τα φορτώματα που είχανε έρθει , εμείς αρχίζαμε να απλώνουμε σαν τσι μουρλές βιαστικά και πανικόβλητα μη μας φάνε οι μέλισσες και αν πάτιαμε καμία τσάμπα, τη πετάγαμε στο αλώνι τση προηγούμενης μέρας -σιγά μη φανεί ο ψύλλος στα άχερα- . Δεν προλαβαίναμε να τελειώσουμε και έφτανε η καινούργια καρία με τον πατέρα μου οδηγό. ''Μωρές, γιατί εδώ είναι απανουτάρι; Εκεί γιατί πέφτουνε τα σμπάρα;'' Η καλύτερή μας ώρα, όταν έπεφτε ο ήλιος στο βουνό. Η ώρα για την επιστροφή στο σπίτι!
Έχω τελειώσει το άπλωμα και του τελευταίου καλαθιού. Ιδρωμένη, γεμάτη εγώ και τα ρούχα μου, κολλώδη ζουμιά από τις σταφίδες, με μουδιασμένα πόδια και χέρια, κοιτάζω στο κινητό μου την ώρα. Ουπς! Ώρα να πάω να σβήσω το φούρνο και να ετοιμάσω το τραπέζι για τους εργάτες και την οικογένεια. Στις 15.μμ έρχονται όλοι κουρασμένοι, καταιδρωμένοι και μες τη βρώμα, διψασμένοι και πεινασμένοι. Βλέπω την αδερφή μου ξέπνοη. ''Δεν παλεύεται σου λέω, δεν παλεύεται...δεν πληρώνεται με τίποτα αυτή η ταλαιπώρια''
Για χάρη του πατέρα μας για δέκα μέρες ήμασταν εκεί, απίκο για τις ανάγκες του τρύγου. Αλλά, δεν παίζεται...δεν παίζεται αυτός ο πόλεμος σας λέωωω...

3/9/11

Περί όνου σκιάς
























Ο Γάιδαρος δεν είναι από τις αγαπημένες μου παραλίες. Είναι όμως η κοντινότερη και όταν δεν έχουμε όρεξη για μακρινές διαδρομές καταλήγουμε στα ρηχά νερά του Γαιδάρου. Δεν συμπαθώ αυτή τη παραλία γιατί μου δίνει την αίσθηση του βούρκου, ειδικά προς το λιμανάκι. Η κατάσταση βελτιώνεται αισθητά προς τα δεντράκια, τα αρμυρίκια, που η σκιά τους φθάνει μέχρι τη θάλασσα. Εκεί τα νερά είναι καθαρότερα και φυσικά δεν καίγεσαι ούτε καν τις μεσημεριανές ώρες. Αυτό ίσχυε τουλάχιστον μέχρι πέρυσι. Φέτος, μπάζωσαν μέχρι τον αιγιαλό ένα οικόπεδο, έκοψαν τα αρμυρίκια και έβαλαν ...ομπρέλες. Γιατί αν υπήρχαν τα αρμυρίκια, ποίος θα καθόταν στις ομπρέλες; Ο ήλιος είναι δημόσιο αγαθό, αλλά η σκιά δεν είναι. Χρεώνεται επιπλέον. Οπότε τα δεντράκια θυσιάστηκαν στο βωμό του κέρδους. Αλλώστε γιατί να ασχοληθεί κανείς με τη σκιά του Γαιδάρου; Ασήμαντο θέμα!
Σχετικά με την απόσταση που πρέπει να έχουν τα κτίσματα ή οι μάντρες από τον αιγιαλό, τι τελικά ισχύει στη Ζάκυνθο; Πόσες παρανομίες έχουν γίνει με τις ευλογίες του Δήμου; Αλικανάς, Γερακαρίο, Τραγάκι, Μπελούσι και όπου αλλού; Ευτυχώς που στο κόλπο του Λαγανά καταδέχθηκε να γεννάει η χελώνα και υπάρχουν ακόμη σημεία που δεν τα έχουμε μπαζώσει. Αλλά πρέπει να υπάρχουν οι κοινοτικές οδηγίες και η φύλαξη του θαλάσσιου πάρκου για τη χελώνα και τη φώκια για να αντιμετωπίσουμε με σεβασμό το περιβάλλον μας; Από μόνοι μας δεν μπορούμε να σεβαστούμε τίποτα; Ούτε καν τους νόμους μας;

2/9/11

Στη Παναγία τη Σκοπιώτισσα




























Η αρχή έγινε τότε που τα παιδιά ήταν ακόμη μωράκια και κινήσαμε χαράματα ο άντρας μου και
εγώ, να πάμε περπατώντας από Αγγερικό μέχρι τη Σκοπιώτισσα. Η θέα από κει ψηλά μας είχε κόψει την ανάσα! Ξαναπήγαμε δεκαπενταύγουστο, στο πανηγύρι. Κατάνυξη! Λατρεία για τη θεϊκή σκέψη και τον ανθρώπινο μόχθο.

 Από τότε ακόμη,  ο χώρος του ναού και του μοναστηριού είχε αρχίσει να αναστηλώνεται και και να μας εντυπωσιάζει κάθε φορά όλο και πιο πολύ. Και μεις εθυμοτυπικά και σαν σε σιωπηρό τάμα, κάθε χρόνο είμαστε εκεί για να κοινωνήσουμε τα παιδιά μας. Και ποτέ, μα ποτέ άλλοτε, σε όλη τη διάρκεια του χρόνου, δεν είμαστε τόσο συνεπείς, όσο εδώ, αυτή τη μέρα, σε αυτό το βουνό!




















27/5/11

Λούφα και οικοκυρική






Για να πω την αλήθεια, νοικοκυρά με την κλασική έννοια του όρου, δεν είμαι! Και για να είμαι απολύτως ειλικρινής, όχι μόνο με την κλασική δεν είμαι, αλλά ούτε και με την σύγχρονη. Οι δουλειές του σπιτιού μου φαίνονται αγγαρεία και κακόγουστο καψόνι. Τιμωρία του Ταρτάρου! Εκεί που έχεις φτύσει αίμα και έχεις ιδρωκοπήσει για να τα καθαρίσεις και να τα σεστάρεις όλα, να, έρχεται το φλιτζάνι του συντρόφου και σου χαλάει τη γυάλιση του νεροχύτη. Μετά από μισή ώρα, να και το πιατάκι του σνακ! Κάνεις να ανοίξεις το πλυντήριο πιάτων για να εξαφανίσεις τις παραφωνίες που φυτρώνουν ανά δεκάλεπτο και γλιστράς πάνω στο υπόλοιπο της μπανάνας που τα βλαστάρια σου ελαφριά τη καρδία προσγείωσαν στο καλογυαλισμένο σου πάτωμα. Τρέχεις για τη σφουγγαρίστρα και πέφτεις πάνω σε παιχνίδια που σου πήρε μια ώρα να μαζέψεις και να κρύψεις στα κουτιά τους. Σκύβεις να τα μαζέψεις, αφού κανένα τέκνο δεν παίζει μαζί τους, και όπως με κόπο σηκώνεις τη μεσούλα σου, που από τις πολλές επικύψεις κοντεύει να κοπεί, με την άκρη του ματιού σου βλέπεις οτι ένας τρομερός μαξιλαροπόλεμος βρίσκεται εν εξελίξει. Ε, τότε φωνάζεις ή δε φωνάζεις; Φωνάζεις! Τα γλυκούλια σου, σαν καλά και υπάκουα παιδάκια που είναι κατεβαίνουν από τον καναπέ τρέχοντας και εσύ για άλλη μια φορά ξαναμαζεύεις και τακτοποιείς τα μαξιλάρια. Δεν προλαβαίνεις να βάλεις το πρώτο στη θέση του και ακούς ένα γκαπ γκαπ και σε κλάσμα δευτερολέπτου, άλλο ένα γκαπ γκαπ. Τα υπάκουα παιδάκια σου αποφάσισαν να παίξουν κυνηγητό και όρισαν ως τέρμα το τζάμι που με λύσσα προσπάθησες να κάνεις αόρατο. Τα αποτυπώματα από τέσσερις μικρές παλάμες σε χαιρετούν! Η΄μήπως σε μουτζώνουν; Υπομονή! Που θα πάει; Θα τελειώσεις κάποια στιγμή. Πόση δουλειά έχεις ακόμη; Δεν είναι δυνατόν! Το σπίτι είναι στο ίδιο χάλι που βρισκόταν το πρωί. Μα τι κάνεις όλη μέρα; Και γιατί είσαι τόσο κουρασμένη αφού δεν κάνεις τίποτα; Ξεκίνα πάλι από την αρχή για μια ακόμη αιωνιότητα. Γι αυτό λέω, μαρτύριο των Ταρτάρων τα οικιακά. Συνεχώς γύρω από την ουρά μας τρέχουμε σαν το σκύλο ή σαν τα υποζύγια στο μύλο, κάθε μέρα για αιώνες! Δεν το αντέχω και λουφάρω. Αν μπορώ να τις αποφύγω τις αποφεύγω. Αν μπορώ να λουφάρω, λουφάρω. Τα απολύτως αναγκαία, όσα βλέπει η πεθερά και ίσα ίσα να λειτουργεί ο οίκος.

3/4/11

Έστησε ο Έρωτας χορό..



Αμάν με αυτό το γλυκό κουταλιού... τόσους μήνες που το έχω αναρτημένο, έχει ζαχαρώσει πια!
Και ενώ δεν έχω χρόνο (λόγω διαβάσματος του τέκνου που μου βγάζει τη ψυχή για να γράψει μια σειρά αντιγραφή), είπα να αποσύρω αυτές τις βουτυρωμένες φρυγανιές με άλειμμα μαρμελάδα βατόμουρο (δεν αντέχω άλλο να τις βλέπω) και να ευχηθώ έστω...
Καλό μήνα, ηλιόλουστο και ανθηρό, χωρίς πολλές αλλεργίες...

Μήνας για να ερωτευθείτε υπάρξεις, χρώματα, ήχους και αρώματα... στη Ζάκυνθο ή όπου αλλού η Άνοιξη, ο Απρίλης με τον Έρωτα στήνει χορό...

5/10/10

Στη κουζίνα ολοταχώς...


Το ότι θα έγραφα οτιδήποτε που να αφορά στην άσπονδη ή επιστήθια φίλη κάθε νοικοκυριού, τη κατσαρόλα , ε, δεν το περίμενα! Όχι γιατί δεν μαγειρεύω, μαγειρεύω και μάλιστα όταν έχω κέφια, αρκετά καλά. Τις περισσότερες όμως μέρες ή τεμπελιάζω ή δεν έχω χρόνο, οπότε το καλό φαγητό και εγώ σπανίως συναντιόμαστε. Τα παιδιά μου είναι λιγόφαγα και με συγκεκριμμένες προτιμήσεις. Το ίδιο και ο άντρας μου. Το μενού μας περιλαμβάνει συνηθισμένα φαγητά που εμφανίζονται εναλλάξ μέσα στη βδομάδα. Ζυμαρικά, όπου πατήρ και τέκνα τα προτιμούν σκέτα (κλαψ, εγώ τα θέλω με τη σαρτσούλα τους) όσπρια, όπου τα παιδάκια μας δεν τα τρώνε καθόλου και τα σιτίζω με πατάτες τηγανητές και αυγουλάκι, ψαράκι ψητό, μπριζολίτσες (γιατί να μη τους αρέσει το κοκκινιστό;) Τώρα, εγώ γιατί να λερώσω ένα σκασμό αγγειά για να φτιάξω παστίτσιο που κανένας τους δεν θα φάει και θα πρέπει να το καταναλώσω μόνη μου; (η αλήθεια είναι οτι πάσχει λίγο η μπεσαμέλ μου, αλλά κατά τα υπόλοιπα είναι πεντανόστιμο) Η μόνη περίπτωση που δίνω ρεσιτάλ μαγειρικής τέχνης και ικανότητας είναι όταν έχω καλεσμένους. Με κάθε μπουκιά που τρώνε βογγάνε από την ευχαρίστηση (μην ακούτε τον άντρα μου που λέει οτι βογγάνε από τους πόνους στο στομάχι, με διαβάλλει ως συνήθως). Τις περισσότερες φορές τα πιάτα τους ξαναγεμίζουν ξανά και ξανά (ε, και όχι καλέ μου, οι φίλοι μου δεν έχουν το σύνδρομο της κατοχής και ούτε πεινασμένοι είναι, ούτε λιγούρηδες, απλά οι γαστρονομικές σου προτιμήσεις θυμίζουν μενού νοσοκομείου και ...πως να το κάνουμε...,ε, να...ευνουχίζεις το μαγειρικό μου ταλέντο... Πίτες;)
Στο θέμα κουζίνα, η αχχίλειος φτέρνα μου είναι τό.... αλεύρι. Όποια συνταγή εμπλέκει αυτό το συστατικό, γίνεται το Βατερλό μου. Λασπωμένες πίτες και πίτσες, μπεσαμέλ αδιάφορη, κολοκυθάκια με κουρκούτι χάλια κλπ. κλπ. ήττες.
Αν όμως, στα περισσότερα φαγητά και ειδικά στα ζακυνθινά, δρέπω δάφνες (εντάξει, τα καταφέρνω καλά, ήθελα να γράψω -αμέσως, μη χάσεις, να μου πεις για τη προπέρσινη πιπεράδα με φασόλια, εσύ), η μεγάλη ήττα είναι στη ζαχαροπλαστική. Οι περισσότερες συνταγές έχουν αλεύρι! Χρόνια τώρα προσπαθώ να φτιάξω ένα κέικ της προκοπής! Τίποτα! Αφού, πλέον τα παιδιά μου έμαθαν να το τρώνε λασπωμένο! Λόγω ανικανότητας με ζαχαροπλαστική και παρασκευή γλυκών δεν καταπιάνομαι. Το αποτέλεσμα είναι προκαθορισμένο: ΑΠΟΤΥΧΙΑ!

Μέχρι που στο βιβλίο της Μαρίας Φιορεντίνου ''Παραδοσιακή Ζακυνθινή Κουζίνα'' είδα μια συνταγή για μαρμελάδα βατόμουρο. Μου φάνηκε εξαιρετικά απλή! Άλλωστε απέχοντας, λόγω ηττοπάθειας, από ό,τι έχει σχέση με τη ζαχαροπλαστική δεν είχα καταπιαστεί ποτέ με μαρμελάδες και γλυκά κουταλιού. Γιατί όχι λοιπόν; Αλεύρι δεν περιλαμβάνεται! Μια και δυο παίρνω τα παιδιά μου και ένα μαλαθούνι και πάω στο κτήμα. Θυμόμουν οτι σε κάποιους όχθους φύτρωναν βάτα. Πράγματι! Τα βάτα είχαν αγκαλιάσει (πνίξει μάλλον) τη λιανοσυκιά. Τα μωρά μου ενθουσιάστηκαν που είδαν πως είναι τα βατόμουρα (καιρό τώρα άκουγαν το τραγούδι της Ντόρας και το τραγουδούσαν ''πά με για βα τό μου ρα, θα μα ζέ ψω τα ζου με ρά" Μη φανταστείτε οτι γέμισα το καλάθι. Μια χούφτα μάζεψα. Δεν πτοήθηκα όμως! Η συνταγή έλεγε ίση ποσότητα φρούτου και ζάχαρης. Στο σπίτι, κατευθείαν στη κουζίνα και σε ένα μεσαίο κατσαρολάκι άρχισα να ανακατεύω τα δύο υλικά μου. Μμμ! Τι υπέροχο χρώμα που πήρε η ζάχαρη καθώς το φρούτο άρχιζε να λειώνει! Ακολούθησα τη συνταγή κατά γράμμα! Έβαλα την αλμπαρόριζα και λίγο πριν να δέσει, το χυμό μισού λεμονιού. Θαυμάσιο χρώμα! Θαυμάσια ρευστότητα! Το έσβησα και πήγα να δω τι κάνουν τα διαολόπαιδα και γελάνε (με το Στέφανο παρέα έγιναν μαέστροι στη τσερδελιά). Επιστρέφω για να δοκιμάσω τη δια χειρός μου γλυκιά δημιουργία. Καταστροφή! Που είναι η θαυμάσια ρευστότητα της μαρμελάδας μου; Μπροστά μου είχα είνα κοκκαλωμένο πράγμα που θύμιζε στην υφή καραμέλα. Τρέχω στη θεία μου. ''...μα είμαι εντελώς άχρηστη θεία Λούλα;'' ''όχι ψυχή μου, αλλά επειδή φέτος είχε ανομβρία δεν θάχανε πολλά ζουμιά να βγάλουνε για αυτούνο σου κοκκάλωσε. Βάλε του λίγο νερό, να σε χαρώ, και ανακάτευέ το να δέσει πολύ ελαφρά. Έτσι και έκανα! Και βλέπετε το αποτέλεσμα! Μούρλια δεν είναι;

8/9/10

Βόλτα στα καντούνια τση χώρας

Με αφορμή κάποιες μικρο εκρεμμότητες κατεβήκαμε στη χώρα! Στη πραγματικότητα, τουλάχιστον για μένα, ήταν ένα μικρό σκασιαρχείο μακριά από τα παιδιά. Ένα μικρό ''γανιό'' για καφέ και βολτάρισμα με την Μαρίνα, την παιδική μου φίλη. Πάρκαρε κοντά στο Κτελ και μέσα από στενά στρατόνια και καντούνια, που θαρρείς οτι θα κατέληγαν σε ιδιωτικές αυλές, με οδήγησε στην χώρα.
Μερικά από τα καντούνια ήταν πλακοστρωμένα, δίνοντας μια ιδιαίτερα γραφική νότα στη γειτονιά. Συμφωνήσαμε και οι δυό μας οτι αν ήταν όλα τα καντουνάκια έτσι πεζοδρομημένα και υπήρχαν και μερικά τουριστικά μαγαζάκια θα άνέβαζαν λίγο την κίνηση στην περιοχή (στην απο πάνω της Αλ. Ρώμα) που μέχρι στιγμής παραμένει λιγάκι υποβαθμισμένη και σχετικά άγνωστη!

Παραπλεύρως (η φωτογραφία δεν είναι αρκετά καθαρή, δυστυχώς) βλέπαμε άλλα καντούνια και σκαλάκια που οδηγούσαν σε άλλα στενότερα και όλο και πιο στενότερα!
Είμαστε στην ''Οβριακή''! Εδώ η πύλη της Συναγωγής . Σε άλλη μαρμάρινη πινακίδα αποτείνεται φόρος τιμής στον Ugo Foskolo, που μικρό παιδί ακόμη προάσπισε το δικαίωμα στην ανεξιθρησκεία και σε άλλη (πινακίδα) ευχαριστίες στον λαό της Ζακύνθουκαι στον τότε δήμαρχο (Καρρέρ;) για την προστασία που παρείχαν στον εβραϊκό πληθυσμό του νησιού κατά τη διάρκεια του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου.




Υ.Γ.1

Στη δημόσια βιβλιοθήκη που επισκεφθάκαμε εκείνο το πρωινό, πληροφορηθήκαμε με χαρά οτι σε λίγους μήνες θα ξαναεκδοθεί το ''Λεξικόν Ιστορικόν και Λαογραφικόν Ζακύνθου'' του Λεωνίδα Ζώη (το βρήκα και σε pdf στο διαδίκτυο). Μακάρι, μακάρι, να το δούμε και τυπωμένο!!!





Υ.Γ. 2

Από το προηγούμενο καλοκαίρι είχα βάλει στο μάτι το βιβλίο της Μαρίας Φιορεντίνου ''Παραδοσιακή Ζακυνθινή Κουζίνα''. Ευελπιστούσα οτι θα μου το έκανε δώρο ο άντρας μου, αλλά αφού πέρασε ένας χρόνος και δεν...αποφάσισα να μου το κάνω εγώ δώρο.

Το αγόρασα λοιπόν εκείνο το τεμπέλικο πρωινό που βολτάραμε στη πόλη.

Ένα έχω να πω (για την ακρίβεια δύο)! Είναι απίστευτα πλήρες! Είναι
ά π αι χ τ ο !!!!!!!

Σε επόμενη ανάρτηση θα πω περισσότερα για αυτό το (συλλεκτικό!) βιβλίο που είναι ένα πολιτιστικό ταξίδι στις γεύσεις και στα ήθη αλλοτινών εποχών και ίσως (ακόμη) και του σήμερα

31/7/10

Στου Βούλτσου τα μουράγια!!!


Εθιμοτυπικά, δύο ή τρεις φορές, κάθε καλοκαίρι πηγαίνουμε στη Κεφαλόβρυσο για χορταράκια* και αχινέους. Με άφθονες κροκάλες, χωρίς ιδιαίτερη αμμουδιά και με βράχια και βραχάκια έξω στα ρηχά (όπου και τα χορταράκια), είναι συνήθως κυματώδης, και ευτυχώς! η συγκεκριμένη παραλία δεν είναι από τους τουριστικούς πόλους έλξης. Οι ντόπιοι, όπως και εμείς μαζεύουν τα χορταράκια και τους αχινέους, ανάλογα με τη φάση του φεγγαριού (στη γιόμιση). Μετά από κάποια μέτρα απόστασης από την πετρώδη και βραχώδη ακτή και σε ικανοποιητικό βάθος για έναν άνθρωπο μετρίου αναστήματος, ο βυθός είναι αμμώδης. Το μπάνιο στα δροσερά και πεντακάθαρα νερά της είναι αναζωογονητικό. Στη σκιά του μουράγιου, μερικές οικογένειες θα μείνουν μέχρι το απόγευμα. Θα κολατσίσουν με λίγο φρέσκο ψωμί με λάδι, τυρί, ντομάτα. Ή με ο,τι έβγαλαν από τη μυρωδάτη θάλασσα! Μυρωδάτη θάλασσα! Πουθενά αλλού η θάλασσα δεν έχει τη μυρωδιά που έχει η Κεφαλόβρυσος. Αυτά τα φύκια (τα χορταράκια) που ξεβράζει το κύμα στην ακτή, μοσχοβολάνε. Το ρουθούνι και το πνευμόνι δεν χορταίνει να ρουφάει. Δεν αγαπώ ιδιαίτερα τις κοσμικές παραλίες που μυρίζουν αντηλιακό, ούτε μου αρέσει να ψήνομαι στον ήλιο. Λατρεύω να περιπλανιέμαι σε βυθούς με πλούσια χλωρίδα και πανίδα! Η Κεφαλόβρυσος είναι από τους τελευταίους παράδεισους, για τα μέτρα του νησιού, μια και οι περισσότερες παραλίες έχουν αμμώδη βυθό. Πριν ένα χρόνο όμως, κάπου εκεί πήρε το μάτι μου μπολντόζες, και με έζωσαν τα φίδια... μετά ακούστηκαν οι ψίθυροι...θα γίνει ξενοδοχείο...
‘’Πάμε το πρωί, για χορταράκια;’’ με ρωτάει και φέτος ο πατέρας μου. ‘’Και βέβαια θα πάμε! ‘’ Αγουροξυπνημένα τα παιδιά μου γκρίνιαζαν. Δεν έδωσα σημασία και τα έβαλα στο σαραβαλάκι του παππού. Προσπεράσαμε τη στροφή για Γάιδαρο, το Plagos, την Άμπουλα και στρίψαμε δεξιά για Κατραγάκι, όπως έγραφε η πινακίδα. Προορισμός μας του Βούλτσου τα μουράγια. Παλιά υπήρχε εκεί προβλήτα που πλέον έχει βυθιστεί. Προς μεγάλη χαρά των παιδιών και απορία για μας, στα αριστερά μας, πάνω από τα μουράγια υπάρχουν νεροτσουλήθρες. Νεροτσουλήθρες σε ερημική παραλία; Ερημική; Όχι πια! Τεράστεια ξενοδοχειακή μονάδα είναι πλέον σε λειτουργία. Ξύλινες ομπρέλες έχουν χωθεί στην άμμο! Άμμος; Που βρέθηκε τόση άμμος στην Κεφαλόβρυσο; Μα, ναι! Τον προηγούμενο χρόνο είχα δει φορτηγά να τη κουβαλάνε. Ποίος ξέρει από που; Ένας εργάτης ξεπετρίζει κοντά στα μουράγια. Καθαρίζει τη θάλασσα από τις πέτρες! Όπως κάνουμε δεκάδες χρόνια τώρα, εμείς και άλλοι ντόπιοι λουόμενοι, έχουμε αφήσει τα πράγματά μας στη σκιά του μουράγιου. Ξαφνικά πίδακες νερού ξεπετάγονται πάνω από τον όχθο και καταβρέχουν τις πετσέτες και τα ρούχα μας. Τα παιδιά κλαίνε, θέλουν κάτι στεγνό να βάλουν πάνω τους. Και οι τρεις διαφορετικές παρέες που καταβραχήκαμε αρχίζουμε να διαμαρτυρόμαστε. Οι υπάλληλοι του ξενοδοχείου κοιτάζουν απαθέστατα τις προσπάθειές μας να σύρουμε τα πράγματα μας πιο πέρα. ‘’Πρέπει να ποτίσουμε το γκαζόν’’ ‘’Οκ, να ποτίσετε το γκαζόν! Μα στις μία το μεσημέρι; Δεν μπορείτε βράδυ, ή χάραμα;’’ Δεν ίδρωσε το αυτί τους! Το πότισμα και οι ριπές του νερού συνεχίζονται. Παρατηρώ ότι σύρριζα του μουράγιου υπάρχουν τρία μπεκ, και μια άλλη σειρά βρίσκεται σύριζα με τον πλακόστρωτο διάδρομο που οδηγεί στις νεροτσουλήθρες. Αφού κάθε μπεκ έχει δύο εξόδους νερού, αυτό σημαίνει οτι από τη σειρά που είναι προς τη θάλασσα ο ένας πίδακας απλώς καταβρέχει τους ντόποιους λουόμενους με αποτέλεσμα να το ξανασκεφτούν αν θελήσουν να ξαναέλθουν και ο άλλος πίδακας, της άλλης σειράς καταβρέχει τη πλακόστρωση. Το γκαζόν που υποτίθεται πρέπει να ποτιστεί είναι ένα άθλιο, αραιοσπαρμένο κιτρινιάρικο που προσπαθεί να επιβιώσει πάνω σε μη απορροφητικό χώμα. Προς τι τόση σπατάλη νερού; Τι εξυπηρετεί η σειρά των μπεκ, κολλητά στο μουράγιο, αν όχι την ενόχληση και την απομάκρυνση των ντόπιων;
Κάποιος από τη διπλανή παρέα, αφού είδε οτι δεν ακούν από λόγια οι του ξενοδοχείου, βρήκε τρόπο και τα έκλεισε μόνος του. Η τάξη επανήλθε! Κάτι όμως έχει πλέον ‘’σπάσει’’. Φωτογράφησα την ακτή, τη θάλασσα, θέλοντας να την κρατήσω στη μνήμη μου, έτσι, στην αρχική της μορφή. Δυστυχώς, όμως, δεν υπάρχει κάτι που να μπορεί να φυλακίσει και το άρωμά της. Δεν ξέρω για πόσο ακόμα θα υπάρχουν ή θα είναι βρώσιμα τα χορταράκια. Ή κατά πόσο το αντηλιακό θα υπερκαλύψει το άρωμά τους. Ξέρω όμως ότι κάθε πέτρα που σηκώνεται και πετιέται έξω, ή κάθε άλλη, μη φιλική προς το συγκεκριμένο περιβάλλον, παρέμβαση, διαταράσσει μια αλληλουχία, σπάει μια τροφική αλυσίδα. Ξέρω ακόμη, οτι δεν βρήκα ούτε έναν αχινό. Μα, ούτε έναν! Τυχαίο; Άραγε, ποιό θα είναι το επόμενο είδος που θα τείνει προς εξαφάνιση από την περιοχή; Οι πεταλίδες; Τα καβουράκια; Οι καρτσίνες; Τα χορταράκια; Ή οι γύλοι, τα σπαράκια και άλλα μικρά ψαράκια; Μήπως και τα χταποδάκια;

25/5/10

Ρομαντικό δημοτικό άσμα



Προξενητάδες έστειλε ο Ράλλης για γυναίκα,
Τη βρήκανε οπώφαινε του Ράλλη το ζωνάρι.
Χρυσάφι, ασήμι τώρριχνε, και τ' ασημιού λογάρι,
Κι' ασήμι κι' ασημόγνεμα, κλονιά μαργαριτάρι.
Το έφανε, το ξύφανε, στον κόρφο της το βάνει.-
Μάνα, νερό δεν έχουμε κ' εγώ θα πάω να φέρω.-
Το χρυσό σίγλο άρπαξε, στη βρύσι κατεβαίνει.
Εκεί εύρυκε τζη όμοιαις της και τζη χειροτεραίς της.-
Μωρή καρυδομάγουλη κι' αμυγδαλογελάστρα,
Μωρή ανεράϊδα του γιαλού και ανευροχορταρίστρα,
Ο Ράλλης επαντεύτηκε κι' άλλη γυναίκα επήρε,
Κ' εσέ κουμπάρα κράζει σε να τόνε στεφανώσης.-
Εγώ, κι' αν παντρεύτηκε, με γεια του με χαρά του.
Να παντρευτώ θέλω κι' εγώ κοντά στη γειτονιά του,
Να πάρω από τη γέννατου και οχ τη γεννολογιά του,
Και να περνώ από κείθενε, να καίγετε η καρδιά του-
Να σου κι' ο Ράλλης έρχεται, στον μαύρον καβελλάρης,
Με το καπέλλο χαμηλά, την κόρη χαιρετάει.-
Βγάλε μου, κόρη μου, νερό, να πιώ κ' εγ' ο καϊμένος'
Κόρη τι έχείς και χλίβεσαι τι εχείς κι' αναστενάζεις;-


Έμαθα που παντρεύτηκες με γεια σου με χαρά σου,
Να παντρευτώ θέλω κ' εγώ, κοντά στη γειτονιά σου,
Για να περνώ από κείθενε, να καίγεται η καρδιά σου.
Πέρνει και πάει σπήτι της σα μήλο μαραμένο,
Σα μήλο, σα τριαντάφυλλο, σα Πατρινό κεράσι.
Η μάνα της την ερωτά, η μάνα της της λέει,
Τι έχεις Μαρία, και χλίβεσαι, τι έχεις και αναστενάζεις;-
Ο Ράλλης επαντεύτηκε, κι άλλη γυναίκα επήρε,
Κι εμέ κουμπάρα έκραξε για να τον στεφανώσω.-
Μωρή έχεις πόδια να σταθής, και μάτια να τηράξης.
Και χέρια βεργολύγιστα ν' αλλάξης τα στεφάνια;-
Και πόδια έχω να σταθώ, και μάτια να τηράξω,
Και χέργια βεργολύγιστα ν' αλλάξω τα στεφάνια.-
Κ' η μάνα της κ' η θειάδες της κ' η πρωτοξαδρεφαίς της
Τρεις μέραις την χτενίζανε, τρεις μέραις και τρεις νύχταις.
Τζη βάν τον ήλιο πρόσωπο, και το φεγγάρι στήθια,
Και του κοράκου τα φτερά τζη βάνουνε στα φρύδια.
Τον άμμο τον αμέτρητο' τζη βάνουν δακτυλίδια
Και σαν λουλούδια του βουνού βάνουν μαργαριτάρια.-
Τη ρούγα πέρνει μόνη της, στην εκκλησιά πηγαίνει.-
Μα εκεί παπάς δεν έψαλλε, διάκος δεν ελειτρούγα,
Κ' εκεί τ' αναγνωστόπουλα 'φήκαν το διάβασμά τους.-
Ψάλλε παπά, σαν έψαλλες, διάκο 'σαν ελειτρούγας.
Κ' εσείς αναγνωστόπουλα πέστε το διάβασμά σας!-
Και η Μαρία σαν έπαψε ο Ράλλης απλογήθη.-
Παπά μου, κάμε γλήγωρα, κάμε για τη ψυχή σου.
Μ' αυτή μαζή θα ζήσουμε, ώστε να βγή η ψυχή μας.-
Κ' η μάνατης σα γύρισε, τρέχει την αγκαλιάζει,
Καλώς τη θεγατέρα μου τη μυριοτιμημένη
Που για κουμπάρα εκίνησες κ' ήρθες στεφανωμένη.*


*Τοπικό Δημοτικό Τραγούδι που κατέγραψε ο αρχιεπίσκοπος Ζακύνθου, Νικόλαος Κατραμής στα ''ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΑ ΑΝΑΛΕΚΤΑ ΖΑΚΥΝΘΟΥ'' (1880)

Σημείωση 1 : Η ορθογραφία και τα σημεία στίξης είναι όπως στο πρωτότυπο. Η μόνη διαφορά είναι οτι χρησιμοποίησα το μονοτονικό και όχι το πολυτονικό του πρωτοτύπου.

Σημείωση 2 : Οι πίνακες είναι έργα του Edward Burne Jones

19/5/10

...δίνει βιτσιά του αλόγου του...

Δεν θυμάμαι πως ξεκίνησε, αλλά εδώ και μέρες μου έχει κολλήσει και εκεί που δεν το περιμένω και στο εντελώς άσχετο, ξεπετάγεται ανάμεσα στις σκέψεις μου ή στα λόγια μου: ''και στη δασκάλα πάει ''. Ποιός πάει, και γιατί πάει; Άγνωστο! Το σύμπτωμα μοιάζει με τικ. Δεν το ελέγχω και έχει αρχίσει πλέον να με απασχολεί. Και άλλες φορές μου έχει συμβεί να ξεπετάγονται από το πουθενά λέξεις ή φράσεις που κάποτε με είχαν δυσκολέψει στην απομνημόνευσή τους. Τούτη δω όμως είναι μια απλή φράση τι δυσκολία μπορεί να είχε ποτέ; Το συζητώ με το alter ego μου, την αδελφούλα μου, που πολλές φορές ο ''σκληρός της δίσκος'' έχει πληροφορίες που στον δικό μου έχουν διαγραφεί ή καταστραφεί.
''Περπατώντας πάει στη δασκάλα;'' με ρωτάει
''Με άλογο'' της απαντώ αυθόρμητα.
''Σαν να μου θυμίζει κάτι, κάτι στενάχωρο''
''Έχεις δίκιο, κάτι μας έλεγε η μαμά, ένα τραγούδι''.
''Ένα τραγούδι για έναν πατέρα που έψαχνε το γιο του και πήγε στο σχολείο να τον βρεί''
''Δίνει βιτσιά του αλόγου του και πάει στη δασκάλα. Αυτό είναι!''
''Δεν ψάχνουμε στο ίντερνετ να το βρούμε;''

Στο ίντερνετ...μεγάλη ήττα! Χιλιάδες σελίδες! Όποια και αν ανοίγαμε είχε να κάνει με βίτσια με ζώα κλπ μέχρι και σε ομηρικό έπος πέσαμε με ...διαφορετικό τρόπο γραμμένο. Ήμασταν έτοιμες να τα παρατήσουμε γιατί δεν μπορούσαμε να θυμηθούμε κάποιο άλλο στίχο ή κάποια λέξη -κλειδί και ενώ κατεύθυνα ήδη τον κέρσορα προς το ''Χ'' του κλεισίματος....
''αν είσαι Τούρκος φάγε με'', ψιθυρίζω σαν υπνωτισμένη
''αν είσαι σκύλος πιές με, αν είσαι ο πατέρας μου,'' ψιθυρίζει στην ίδια κατάσταση και η Βάσω
''σκύψε και φίλησέ με'' οι δυό μας εν χορώ.
Πως ξεπήδησε τώρα, όλο τούτο; ύστερα από τόσα χρόνια που 'ταν καταχωνιασμένο; Πρέπει να είχαμε την ηλικία των κοριτσιών μας , τεσσάρων με πέντε, όταν μας το έλεγε η μάνα μας. Ήταν από κείνα τα θλιβερότράγουδα που μας έλεγε για να καταφέρει να μας ταϊσει ενώ κλαίγαμε (διαφορετικά δεν υπήρχε περίπτωση να ανοίξουμε το στόμα μας).

Πληκτρολογώ ''αν είσαι Τούρκος φάγε με'' και ...ιδού από τα δημοτικά τραγούδια της Ανδριανουπόλεως στον β΄τόμο των Θρακικών

Ή φόνισσα μάννα

Μικρός μικρός στα γράμματα, μεγάλος στο σχολείο,
τον σχόλασεν ο δάσκαλος να πάει να γιοματίσει.
Στον δρόμον οπού πήγαινε τον Θιόν παρακαλούσε,
να εΰρει την μητέρα του μαζί με τον πατέρα.
Μα βρήκε την μητέρα του με ξένο παλλικάρι.
—`Ας ειν` , ας είν` , μητέρα μου. κι` αν δεν το μαρτυρήσω,
αν έρθει ο πατέρας μου, κι` αν δεν το μαρτύρησω.
—Τι είδες, βρε διαβουλογέ, και τι θά μαρτυρήσεις ;
—Ό,τι είδανε τα μάτια μου, κείνο θά μαρτυρήσω.
Τον πιάν` απ` το χεράκι του και σαν αρνί τον σφάζει.
Παίρνει τις δυο τις πλάτες του στον μάγειρα τις δίνει.
—Να, μάγειρα, μαγείριψη κρέατα ανθρωπίσια.
—Να κι` ο πατέρας τ' έρχεται άπαν` απ' το μπαΐρι
φέρνει καμήλες δώδεκα, μουλάρια δεκαπέντε,
φέρνει κ ενα χρυσό πουλί να παίζει ο Κωνσταντίνος.
—Καλή μέρα, νοικοκυρά, και πουν` ο Κωνσταντίνος ;
Τον έφερα χρυσό πουλί να παίζει να έγλεντίζει.
— Τον άλλαξα τον στόλισα, στον δάσκαλο πηγαίνει.
—Καλή μέρα σου, δάσκαλε, και πούνε ο Κωνσταντίνος,
τον έφερα χρυσό πουλί να παίζει να έγλεντίζι.
—Τρεις μέρες έχω να τον ίδώ και τρεις να τον διαβάσω,
και άλλες τρεις αν δεν τον δγιώ τον νουν μου θε να χάσω ,
Καβαλικεύει τ` άλογο στο σπίτι του πηγαίνει.
—Δεν ειν`, κυρά μου, το παιδί, δεν ειν` ο Κωνσταντίνος.
—Κάτσε να φας, κάτσε να πχής κάτσε να τραγουδήσεις,
κι' από δυο ώρες υστέρα θά έρτ` κι` ο Κωνσταντίνος.
Στρώνει τραπέζι ολόχρυσο και κούπα διαμαντένια,
και τα χουλιαριά πού θά φαν, ήτανε ασημένια.
Και πήρε μια και πήρε δυο στο τρίτο απεκρίθη.
—`Αν είσαι σκυλλος φάγε με, η λύκος λυσσασμένος,
κι` αν είσαι ο πατέρας μου, σκύψε και φίλησε με.
Την πιάνει απ` τα μαλλάκια της και στο σακκι την βάζει,
στο άλογο την φόρτωσε, στον μυλον την πηγαίνει.
—`Αλεθε, μυλε μ`, αλέθε, μιας αγνωμης κορμάκι,
να κάμς αλεύρι κόκκινο και την πασπάλη μαύρη,
να έρχουνται οί εΰμορφες να παίρνουν κοκκινάδι.
ναρχουνται κ` οί γραμματικοί να παίρνουνε μελάνι,
να γράφουνε τα πάθια μου, τα πάθια της καρδιάς μου.
(Πρβλ. 'Εκλογ. Πολίτου 152. 91):

Βρήκα και άλλη παραλλαγή πολύ πιο κοντά σε αυτό που θυμόμασταν σε φόρουμ που αφορά σε παραδοσιακή μουσική από Άρτα και μία ακόμη από το Ριζοκάρπασον της Κύπρου:

Μιαν ημέρα ο Κωστάκης (δίς) πήγεν νά κυνηγήση. (δίς)
Βρίσκει δυό φίδια ζωντανά (δίς) καί δύο σκοτωμένα, (δίς)
βρίσκει καί τήμ μανούλαν του (δίς) μέ δυο παλληκαράκια. (δίς)
—Βρέ, τί είδες, βρέ. τί άκουσες (δίς) καί τί Θα μαρτυρήσεις (δίς)
—“Οτι είδαν τά ματάκια μου, (δίς) αύτα Θα μαρτυρήσω. (δίς)
Βγάζει καί τήμ μαχαίραν της (δίς) καί τόμ ‘ποκεφαλίζει, (δίς)
βγάζει καί τ’ άντερούκια του (δίς) καί στό πκιάτον τά βάζει. (δίς)
—Γυναίκα, πού είναι τό παιδίμ, (δίς) πού είναι ό Κωστάκης; (δίς)
—Είς τήγ γιαγιάν του πήγαινε (δίς) καί έκεί θέ νά τόν εύρης. (δίς)
Καβαλλικεύει τ’ άλογον (δίς) καί στήγ γιαγιάν του πάει. (δίς)
—Γιαγιά, έδώ είναι τό παιδίν, (δίς) έδώ είναι ό Κωστάκης; (δίς)
—“Εχω τρείς μέρες νά τόδ δώ (δίς) καί τρείς νά τού μιλήσω. (δίς)
Καβαλλικεύει τ’ άλογον (δίς) καί στήγ γυναίκαμ πάει. (δίς)
—Γυναίκα, πού είναι τό παιδίμ, (δίς) πού είναι ό Κωστάκης; (δίς)
—Είς τό οχολειόν του πήγαινε (δίς) καί έκεί Θέ νά τόν εύρης. (δίς)
Καβαλλικεύει τ’ άλογον (δίς) καί στό σχολειόν του πάει. (δίς)
—Δάσκαλε, ‘δώ είναι τό παιδίν, (δίς) έδώ είναι ό Κωστάκης; (δίς)
—“Εχω τρείς μέρες νά τόδ δώ (δίς) καί τρείς νά τού διαβάσω. (δίς)
Καβαλλικεύει τ’ άλογον (δίς) καί στήγ γυναίκαμ πάει. (δίς)
—Γυναίκα, πού είναι τό παιδίν; (δίς) — ‘Εδώ είναι ό Κωστάκης; (δίς)
Κάτσε νά φάς κάτσε νά πκιής, (δίς) κάτσε τζιαί νά γλεντήσης. (δίς)
—“Αν είσαι Τούρκος, φάγε με, (δίς) κι’ άν σκύλος, πκιέ με, (δίς)
τζι’ άν είσαι ό πατέρας μου, (δίς) σκύψε καί φίλησέ με. (δίς)
Πκιάννει καί τήγ γυναίκαν του (δίς) καί στ’ άλογον τήδ δένει. (δίς)
Κτυπά βιτσιάν τ’ άλόγου του, (δίς) παίρνει καί τήσ σκοτώννει. (δίς).

Τι παράξενο; Αυτό που θυμόμασταν είχε στίχους και από τις τρεις παραλλαγές. Ανδριανούπολη, Κύπρος, Άρτα, Ζάκυνθος. Παράξενη και θαυμαστή διαδρομή! Από στόμα σε στόμα! Ταξίδευε ο άνθρωπος και ταξίδευαν και τα τραγούδια του τόπου του μαζί του. Μεταδημότευαν και τούτα σε νέους τόπους και ο νέος τόπος τα μπόλιαζε με τη δική του γλώσσα/διάλεκτο. Τους πρόσθετε καινούριες λεπτομέρειες και αφαιρούσε κάποιες άλλες, ανάλογα με τη φαντασία του κάθε τραγουδιστή. Έτσι δεν κάνει η λαϊκή Μούσα; Πολύ πολύ ενδιαφέρουσα η ανάλυση του Ν. Πολίτη που ανάγει το θέμα στους αρχαίους μύθους και παραμύθια. Το αρχαιότερο έγγραφο που αναφέρει το τραγούδι βρέθηκε σε μοναστήρι στα μεταίωρα και είναι του 16ου/17ου αιώνα. Λεπτομέρειες στο φόρουμ των Αρτινών

Η Βάσω και εγώ νοιώσαμε την ίδια φρίκη, όπως τότε που ήμασταν μικρές και μπορεί να μη είμαστε ακριβώς σίγουρες πως ήταν αυτό που μας έλεγε η μητέρα μας (πιθανόν να είχε αφαιρέσει κάποια σημεία ή να τα απάλυνε βάζοντας τις δικές της βελονιές), το σίγουρο όμως είναι ότι δεν πρόκειται να το πούμε στα παιδιά μας αν δεν φθάσουν πρώτα στην εφηβεία.

Υ.Γ Στον ''σκληρό'' της αδελφής μου υπάρχει καταγραφή ότι αρχικά η μητέρα μας ξεκίνησε να λέει κρυφά μας, το τραγούδι στον αδερφό μας που είναι αρκετά μεγαλύτερός μας. Εμείς κάτι αρπάξαμε και με γαλυφίες καταφέραμε τον μεγάλο να μας το πει. Σοκαριστήκαμε βέβαια, αλλά και μας έλκυε να το ακούμε. ''Ελα μαμά πες το μας, αφού το ξέρουμε...''

8/4/10

Η Άνοιξη στην αυλή μας

Τα χαμομήλια, που η νόνα μας έβαζε να μαζεύουμε μέσα σε μεγάλα ταψιά, για να τα αποξηράνουμε στον ήλιο. Τον χειμώνα μας έφτιαχνε ζεστό χαμομήλι για να περάσει ο πόνος του λαιμού ή της κοιλιάς. Πολλές φορές το χρησιμοποιούσε σε κομπρέσες ή για πλύση των ματιών. Άλλες φορές με έλουζε με αυτό για να ξανθίνουν πιο πολύ τα μαλλιά μου. Μες στα χαμομήλια παίζαμε και αποκοιμιόμασταν με το νανούρισμα της μέλισσας!

Μοιάζουν με τις κάλες, αλλά μάλλον δεν είναι!
Είναι οι αγαπημένοι κρίνοι της μαμάς!
Είχε φέρει τους βολβούς από το πατρικό της. Εκεί κοντά στο σημείο που φύτρωναν, έβαζε τη σκάφη και έπλενε. Θυμάμαι τις σαπουνάδες από το Rol να στέκονται εκεί, γύρω από το βλαστό τους, στη μικρή λάκα. Θυμάμαι και τη Σουλτάνα, τη φρυγμένη από τον ήλιο, γριά γύφτισσα, με τις βαθιές ρυτίδες να αυλακώνουν το πρόσωπό της. Τη φοβόμασταν! Μαυριδερή, ρυτιδιασμένη και με ένα χρυσό δόντι. Κάπνιζε! Παράξενο θέαμα για μας τότε. Είχε και ένα μεγάλο ταγάρι στον ώμο της, που στα κρυφά προσπαθούσαμε να υπολογίσουμε αν χωράμε μέσα του. Ήξερε η γριά οτι ενοχλούσαμε τη μαμά με τα παιχνίδια μας στη σαπουνάδα και τα νερά και μας έσκιαζε οτι θα μας βάλει στο σακούλι να μας πάρει στη σκηνή της. Βολευόταν και η μαμά με το φόβο μας και μόλις την έβλεπε τη φώναζε. Εκείνη ερχόταν..., εμείς εξαφανιζόμασταν. Οι δυό γυναίκες μοιράζονταν τον πόνο τους. Και ή μία η άλλη είχαν χάσει από ένα γιο. Στο αρχείο της μνήμης αυτές οι εικόνες είναι μοιραία αρχειοθετημένες μαζί. Συνειρμική αλυσίδα: Κρίνος/σκάφη/σαπουνάδες/Σουλτάνα/σακούλι. Σε κείνη τη γωνιά των κρίνων έπεσε τσιμέντο και έγινε σκαλοπάτι. Εξαφανίστηκαν οι κρίνοι για χρόνια , για να εμφανιστούν πολύ πολύ αργότερα, , λίγο πιο πέρα από την πόντα του τελευταίου σκαλουνιού, λίγο πριν φύγει η μαμά. Παράξενη αυτή η λάθρα επιβίωση. Και θαυμαστή!

Οι τρομπέτες των Αγγέλων! Και αυτές από το πατρικό της και αγαπημένες. Ήρθαν πιο πρόσφατα στην αυλή μας και δεν συνδέονται με παιδικές μνήμες, παρά μόνο με το μέρος από όπου ήρθαν. Το λυόμενο σπίτι της γιαγιάς και ο πανέμορφος κήπος της! Φωτογραφίες με τα ξαδέλφια κάτω από τις λευκές τρομπέτες.

Εκατόφυλλη τριανταφυλλιά! Την είχε φέρει και αυτή η μαμά από το πατρικό της, σαν ήρθε νύφη στο σπίτι της πεθεράς της. Δυστυχώς, κάτι πήγαινε στραβά και ενώ είχε πολλά πολλά μπουμπούκια, ποτέ δεν άνοιγαν. Δεν την είχαμε δει ποτέ να ανθίζει. Κάθε χρονιά έλπιζε οτι τούτη την Άνοιξη θάναι αλλιώς και θα ανθίζαν τα μπουμπούκια. Τίποτα! Ξεραινόντουσαν με το που έσκαγε η ροζ μυτούλα τους. Το πήρε απόφαση οτι του κάκου την πότιζε - δεν είχαμε και τρεχούμενο νερό τότε, από το πηγάδι το κουβάλιε με τσι λάτες- και την κλάδεψε από τη ρίζα για να τσιμενταριστεί η αυλή. Με χρόνους και καιρούς, μέσα από μια μικρή χαραμάδα, μια μικρή ρωγμή στην άκρη της αυλής, ξεπήδησε ένα βλασταράκι. Μετά δεύτερο και τρίτο. Συγκινήθηκε η μάνα μας και με αυτών τη λάθρα παρουσία τους, την ετσιθελική , την πεισματάρικη και θαυμαστή. Τόσο καιρό επιβίωσαν κάτω από τη τσιμεντένια πλάκα, χωρίς νερό, χωρίς φως, σαν σε τάφο. Τι στο καλό! Η δύναμη της φύσης, της ζωής, σε πείσμα όλων, πάντα από παντού θα ξεπηδάει! Τους έδωσε μια δεύτερη ευκαιρία! Έσπασε το τσιμέντο, τα πότιζε και τα φρόντιζε με πολλή τρυφερότητα. Βρήκε και κάποιο λίπασμα, τα ράντισε και με κάποιο φάρμακο που της είπαν και...ανταμείφθηκε με άπειρα εκατόφυλλα τριαντάφυλλα.
Σήμερα μόνο οι βροχές φροντίζουν τα φυτά που ανθίζουν την Άνοιξη. Και όμως! Συνεχίζουν να ανθίζουν! Ευτυχώς!

17/3/10

Μάθημα Σολφέζ και οβρίες



Έι, ψιιιτ! Εδώ είμαι! Επέστρεψα στο ...μπλογκ. Πάνω από μήνα (οι λόγοι πολλοί) το έχω παρατημένο να παραδέρνει με παλιές αναρτήσεις στις ιντερνετικές παλίρροιες. Αλλά σήμερα, σαν προκομένη που (δεν) είμαι, ήθελα να φτιάξω αγκινάρες παραγιομιστές και πήγα στη Λαϊκή για μάραθα. Και τι νομίζετε οτι βρήκα; Ε, ναι, βρήκα αγκινάρες και μάραθο (μόνο ένας το είχε) αλλά βρήκα και Ο β ρ ί ε ς. Μάλιστα οβρίες! Με το που είδα το ματσέτο σήκωσα ερωτηματικά το φρύδι. ''Οβρίες!'' μου λέει ο μαιτρ. ''Θέλω!'' λέω. Για χάρη του ματσέτου με τσι οβρίες, νάαααμαι και από δω! Πως; Πως συνδέονται με το μπλογκ; Α, ναι! Συνδέονται, συνδέονται! Και να πως!
Στην προηγούμενη ανάρτηση είχα πει οτι θα έγραφα για ένα πρόσωπο που ενώ ευεργέτισε το χωριό μου και γενικά τα χωρία του κάμπου, όλοι την εχουν ξεχάσει. Ναι, πρόκειται για μια κυρία: Την κυρία Αγγελική Κολυβά ή Κολυβού όπως την λέγαμε.
Η Αγγελική Κολυβά, είχε χάσει τον αδερφό της -ήταν αξιωματικός σε κάποιο σώμα (συγνώμη που δεν θυμάμαι σε ποιό) και είχε αφιερώσει τη ζωή της και τη περιουσία της στο να δημιουργήσει κάτι σημαντικό και ωφέλιμο για τη μνήμη του. Αποφάσισε να χτίσει ένα Ωδείο ώστε και τα παιδιά της υπαίθρου να μάθουν (εντελώς δωρεάν) μουσική, χορό, τραγούδι, θέατρο και να έρθουν σε επαφή με την τέχνη, την ζακυνθινή παράδοση,την κουλτούρα, τον πολιτισμό. Ένα Ωδείο όπου θα γινόταν κέντρο Πολιτισμού και Τεχνών και θα συνέβαλλε στην καλλιέργεια του πνεύματος της μαθητιώσας νεολαίας.
Υστερα από άκαρπες; αναζητήσεις κατάλληλου οικοπέδου στο χωριό της, το Σκουληκάδο, κατέληξε στον Αγγερικό. Αγόρασε το οικόπεδο, και ξεκίνησε και η θεμελίωση του Ωδείου. Σύσσωμο το δημοτικό σχολείο βρέθηκε εκεί για την δεντροφύτευση. Ναι, κάποιες από τις λεύκες που βλέπετε σήμερα, τις έχουμε φυτέψει εγώ και η αδελφή μου! Ανυπομονούσαμε να τελειώσει και να γίνουν τα εγκαίνια. Η μαμά, σαν η μοναδική μοδίστρα του χωριού, που ήταν, είχε αναλάβει να ράψει τις κουρτίνες. Βαρύ βελούδο! Αμέτρητα μέτρα! Βαθύ κόκκινο! Ο Κουφογιάννης από τα Λαγκαδάκια δάσκαλος για τα έγχορδα: Κιθάρες, μαντολίνα, μάντολες. Ο Σαμψαρέλλος από τη χώρα για τα πνευστά: Αμφώνιο (παναθεμά το, μεγαλύτερο από μένα ήταν), κορνέτες, κλαρίνα κ.α. Από την Πάτρα είχε φέρει ένα δάσκαλο για πιάνο και σολφέζ. Το μόνο βαρετό μάθημα ήταν η θεωρία της μουσικής και οι ορισμοί για allegro κλπ. Κάθε απόγευμα πρόβες, πρόβες για τα εγκαίνια, για τη χριστουγενιάτικη γιορτή, για απόκριες, για κάθε εκδήλωση. Μαθητές από το δικό μας και τα γύρω χωριά: Σαρακηνάδο, Λαγκαδάκια, Καλλιπάδο, Χουρχουλίδι κλπ. Άλλοι στη μαντολινάτα, άλλοι στη χορωδία, στο θεατρικό για χριστουγεννιάτικα κάλαντα κλπ και άλλοι στο χορό (κυρίως ενήλικες) για τσι απόκριες: Καντρίλιες. Δάσκαλος ο Κεφαλληνός, ο γυμναστής. (Στις φετινές απόκριες άκουσα οτι μόνο στη Λευκάδα και στη Κέρκυρα υπάρχει χορευτικό συγκρότημα για καντρίλιες. Που να ξεραν οτι πριν 30 χρόνια έγινε μια προσπάθεια από την Κολυβά για αναβίωσή τους) Μάθαμε και λανσιέρηδες; (δεν θυμάμαι καλά) με change le dam* (αλλάξτε ντάμες). Μάλλον δεν έκανα πολλά μαθήματα εδώ. Ενώ στις καντρίλιες!!! Χορέψαμε με μακρυά μεσαιωνικά φορέματα που μας είχε ράψει η μαμά. Λοιπόν για την Κολυβά ήθελα να πω και πάλι στη μαμά καταλήγω. Επανέρχομαι στο θέμα μου. Στο Ωδείο της Αγγελικής Κολυβά, πολλά παιδάκια και γονείς, ήρθαν σε επαφή με τη μουσική, τη τέχνη, τη παράδοση. τον πολιτισμό. Για πολλά άλλαξε η ζωή τους και έγιναν μουσικοί. Στο τεράστιο οικόπεδο που αγόρασε, χτίστηκε το Τεχνικό Λύκειο, ''οι σχολές'' όπως λέμε.
Σήμερα! Το Ωδείο εγκαταλείφθηκε στη φθορά του χρόνου και στο τέλος κατεδαφίστηκε ως ακατάλληλο. Μάλλον οι διάφοροι εργολάβοι, την είχαν κατακλέψει. Απ΄ότι διαβάζω και στην ''Ημέρα τση Ζάκυθος'' και οι σχολές δεν είναι σε καλύτερη κατάσταση από θέμα ασφάλειας.
Σήμερα! Κανείς δεν θυμάται την Κολυβού! Ούτε ένας δρόμος , ούτε ένα παλιοκάντουνο δεν φέρει το όνομά της, ούτε καν μνεία σε κάποια επιγραφή. Τίποτσις και κανείς!

Α, πάλι λησμόνησα τσι οβρίες...
Λοιπόν, ο δάσκαλος του Σολφέζ , όπως εγραψα, ήταν από την Πάτρα.*** Κάποιο παιδάκι**, Απρίλης θάτανε, τούφερε ρεγκάλο ένα μάτσο οβρίες. Ο δάσκαλος, άμαθος καθώς φαίνεται για τα της χλωρίδας τα βρώσιμα, και συνηθισμένος σε μαθητικές καζούρες, νόμισε οτι αυτά τα άσχημα αγριόχορτα του τα πρόσφεραν αντίς για ανθοδέσμη και θυμωμένος τα άρπαξε και τα πέταξε όξω από το παρεθύρι, στο χωράφι! Για καιρούς ήταν το ανέκδοτο του χωριού. ''ωρέεε, ακούς εκεί, να πετάξει τσι οβρίες απο το παρεθύρι;!
*Πως στο καλό γράφεται αυτό στα γαλλικά;
** Δεν ήμουν εγώ αυτό το παιδάκι, γιατί ως φάλτσα, μόλις με άκουσε, με έδιωξε. Οχι, δεν ήμουν εγώ!
***Κική, ελπίζω να μην είναι κάποιος γνωστός σου!
***** Η πρώτη φωτογραφία είναι από www.laspistasteria.wordpress.com

5/2/10

Ο Αρετίνος



Πάει και η Τσικνοπέμπτη! Ούτε που το κατάλαβα πότε ήρθε! Χμ, εδώ στη μεγάλη πόλη, μόνο η τσίκνα που υπάρχει παντού, σου υπογραμμίζει τη διαφορά της μέρας. Δεν ξέρω αν στα χωριά γίνεται κάτι διαφορετικό, αλλά θυμάμαι τότε που ήμασταν παιδιά περιμέναμε την Τσικνοπέμπτη για να βγάλουμε το άχτι μας εναντίον κάποιων συμμαθητών και συμμαθητριών με τους οποίους βρισκόμασταν σε εμπόλεμη κατάσταση. Τσουκνίδες! Δεμάτια ολόκληρα κρυμμένα σε κάποια γωνιά του σχολείου για το διάλειμμα, για το σχόλασμα. Και πως πόναγαν οι άτιμες! Ακόμη και πάνω από τα παντελόνια σου έκαναν φαγούρα. Τα πρώτα χρόνια γυρνούσαμε με κλάμματα στο σπίτι, τα επόμενα χτυπάγαμε και μεις.
Οι γονείς μας γελούσαν με τα παθήματά μας, και δεν συγχύζονταν καθόλου για τις φλύκταινες που είχαν τα πόδια μας. Ε, δεν μας μεγάλωναν και στα πούπουλα...ήταν και το έθιμο, τι να έλεγαν; Άκόμη και σήμερα, ο πατέρας μου, μου καταλογίζει οτι δεν σκληραγωγώ τα παιδιά μου (μωρέ σίγουρα είναι ζακυθινός; μπας και έχει dna αρχαίου σπαρτιάτη;)

Με την ευκαιρία της αποκριάς θέλω να κάνω μνεία σε δύο πρόσωπα που συνέβαλαν στη πολιτιστική αφύπνιση της ζακυνθινής υπαίθρου.

Ήταν Κυριακή μεσημέρι και η μάνα μας μας πίεζε να διαβάσουμε για να ξεμπερδεύουμε γιατί το απόγευμα θα πηγαίναμε στο σχολείο για να δούμε ''ομιλία''. Να '' δούμε '' την ομιλία! Τι να δούμε, δηλαδή, και τι να ακούσουμε σε μια βαρετή ομιλία; Δεν θέλαμε να πάμε! Τραβηχτές μας μας πήρε και μας πήγε. Και εκεί που χαζοχαζεύαμε για να δούμε πώς θα σκοτώσουμε την επόμενη βαρετή ώρα, ανοίγουνε οι κουρτίνες του πάλκου που είχαν στήσει για τον ομιλητή( ; ) και γουρλώσαμε τα μάτια μας από την έκπληξη και την απορία. Μα τι γινόταν εκεί πάνω; Μπροστά μας βλέπαμε ένα επιπλωμένο δωμάτιο με καθίκλες με ψιλή πλάτη, τραπέζι με ωραίο τραπεζομάντιλο, χαλί κάτω, κουρτίνες και άλλα πράγματα που θύμιζαν σάλα αρχοντικού και όχι την εξέδρα που βγάζει κάποιος λόγο (γιατί αυτό είχαμε καταλάβει με την ομιλία) και για να μην έχουμε αμφιβολίες ρωτάμε τις φίλες μας. ''Ποίος θα μιλήσει''; Αυτές γέλασαν. ''Να, ο Σπύρος του Παλαιού θα κάμει τον φτωχό Αρετίνο και ο Κώστας του Λαμπούδη θα κάμει τη κοντεσίνα'' Γυρίζουμε και βλέπουμε καμία δεκαρία άντρες και αγόρια μασκαρεμένους. Άλλος έκανε το σέμπρο, άλλος τον κόντε, άλλος τη κοντεσίνα. Μόνο άντρες θα έπαιζαν.... Σε λίγο να και ο Βυζάκιας με τα ταμπουρλονιάκαρα (ελπίζω να το γράφω σωστά) από τους τελευταίους που ήξεραν να παίζουν αυτό το είδος μουσικής (βυζαντινό κατάλοιπο νομίζω). Στο πάλκο ανεβαίνει ο Νιόνιος ο Αρβανιτάκης γνωστός και ως Μπολής*. Αναφέρεται στην υπόθεση του έργου που θα δούμε, για τις έρευνες που έκαμε ώστε να προσαρμόσει τους διαλόγους στη γλώσσα των παλαιώνε.

Πρόκειται για ένα παλικάρι που αγάπησε μια αρχοντοπούλα. Ο πατέρας της ενάντιος σε αυτή τη σχέση βάνει αμολητούς και δεμένους για να την εμποδίσουν.

Ο Αρετίνος, το ερωτευμένο παλικάρι, καταφέρνει να γλιτώσει από τους εχθρούς του και παντρεύεται την κοντεσίνα του.

Η υπόθεση θύμιζε λίγο ''Ερωτόκριτο'', λίγο ''Ρεμπελιό των ποπολάρων'', λίγο αρχαία τραγωδία με στοιχεία τραγικής ειρωνείας και κάθαρσης. Μια κλασική ιστορία αγάπης και ίντριγκας δηλαδή, αλλά ...τι σημασία έχει; Όλοι οι μεγάλοι συγγραφείς έχουν εμπνευστεί από αυτό το μοτίβο. Το έργο ήταν γνήσιο πνευματικό παιδί του Μπολή.

Κλείνουν οι κουρτίνες, ο Βυζάκιας ξαναπαίζει ταμπουρλονιάκαρα, ανοίγουν οι κουρτίνες. Στη μεγάλη πολυθρόνα σαν σε θρόνο, κάθεται ο Νικόλας του Μπαλαφούρα. Φοράει άσπρη περούκα και γενειάδα και η βροντερή φωνή του τραντάζει το πάλκο. ''Ωρεεεέ, που να μπει ο διάολος μέσα σουουου, ωρεεεεέ μούλε του κερατάαα, δεν ακούς που σου φουγιάζωωω'' ''Όρσε μες στο μάτι σου...'' Τι έκπληξη ήταν αυτή; Ακούγαμε διαλόγους και βρισίες σε ατόφια ζακυνθινή γλώσσα, στη μητρική μας, στη ντοπιολαλλιά μας. Σε αυτήν που ο γλωσσικός ρατσισμός των ημερών μας, ήθελε να εξαφανίσει. Και τι μουσική που δημιουργούσαν τα τόσα μας ασυναίρετα και τα τραβήγματα στη προφορά! Βέβαια μερικές φορές τα παρατράβαγαν σε σημείο που νόμιζες οτι μιλάνε κλαίγοντας. Οι μεγάλοι είχαν ξεκαρδιστεί στα γέλια. Σε κάποιες άλλες σκηνές όμως, δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τα δάκρυά τους. Όπως στη σκηνή που ο Αρετίνος στέκεται μπροστά την Κοντεσίνα και της λέει πένθιμα '' Ο Αρετίνος πέθανε, ο Αρετίνος πάει'' Η ομιλία ενθουσίασε τον κόσμο και καταχειροκροτήθηκε. Τα επόμενα χρόνια η καλή προσπάθεια συνεχίστηκε με καινούρια ομιλία κάθε φορά από τον κο Διονύση Αρβανιτάκη ή Μπολή. Οι ομιλίες του Μπολή έγιναν παράδειγμα προς μίμηση από όλο το νησί, γιατί είναι γεγονός οτι αυτό το παμπάλαιο έθιμο της αποκριάς, με παραστάσεις του Λαϊκού Θεάτρου ώς Comedia dell Arte, είχε σκεπαστεί με λήθη για πολλά χρόνια και η μοναδική μνεία γινόταν από λίγους λόγιους και αυτό στην περίπτωση που έπαιρναν μέρος σε διεθνείς συναντήσεις για το μεσαιωνικό λαϊκό θέατρο. Από τούδε και στο εξής απλοί άνθρωποι από τα γύρω χωριά προσπάθησαν να φτιάξουν τις δικές τους ομιλίες και μερικοί τα έχουν καταφέρει καλά, με αποτέλεσμα σήμερα να μη νοείται αποκριά χωρίς ''ομιλία''. Εχει πλέον αναβιώσει ως έθιμο σε πολλά χωριά. Σε πολλά, εκτός από το δικό μας!. Είμαστε το μόνο χωριό που δεν έχει πολιτιστικό σύλλογο. Είχαμε, αλλά καταφέραμε να τον διαλύσουμε.

Ο Μπολής, μας έχει αφήσει χρόνους και σα να φτώχηνε το χωριό μας πνευματικά! Έχει αφήσει όμως πίσω το έργο του: Την αρχή που έκανε ώστε να γνωρίσουμε και να αγαπήσουμε την παράδοση και την γλώσσα μας και το χειρόγραφο έργο που άφησε. Ο Μπολής, σημαντικά υπεύθυνος για την πολιτιστική αφύπνιση της υπαίθρου, έχει ξεχαστεί από τους συγχωριανούς του, που το λιγότερο που θα μπορούσανε να κάνουν θα ήταν να δοθεί το όνομά του στον δρόμο που περνάει μπροστά από το σπίτι του.

Για το άλλο πρόσωπο, την Αγγελική Κολυβά ή Κολυβού όπως τη λέγαμε, που αφιέρωσε τη ζωή της στη δωρεάν μουσική καλλιέργεια της υπαίθρου ιδρύωνταςτο Ωδείο, θα αναφερθώ σε επόμενη ανάρτηση

 * Μπολής ονομαζόταν τα πολύ παλιά χρόνια ένας εβραίος γυρολόγος και καθώς ο σύγχρονός μας έκανε αγώγια, φαντάζομαι γι αυτό τον έβγαλαν έτσι. 
 
ΣΗΜΕΙΩΣΗ 17/2/2018 : Το χωριό μας έχει εδώ και 4 χρόνια πολιτιστικό σύλλογο, που μαζί με τα παιδιά του Μπολή ανεβάζουν ομιλίες!!!

Ειλικρινά χαίρομαι πολύ για τούτο!!!