Κατραμής και ο Πάσσωβ φυλαξανε τα λόγια στα γραφτά τσους. Δεν ξέρω τίποτα άλλο να σας πω, αλλά και να ήξερα δεν θα ήλεγα, γιατί δεν είμαι γω σαν τσου ανθρωπους τση παρεθύρας ή σα καμμία κουτσομπόλα που στέκεται με τσι ώρες στις βρύσες...Για να εξηγούμαστε..!
Προξενητάδες έστειλεν ο Ράλλης* για γυναίκα,
Τη βρήκανε οπώφαινε του Ράλλη το ζωνάρι.
Χρυσάφι, ασήμι τώρριχνε, μάλαμμα και λογάρι,
Κι' ασήμι κι' ασημόγνεμα, κλονιά μαργαριτάρι.
Το 'φανε και το ξύφανε, στον κόρφο της το βάνει.
''Μάνα, νερό δεν έχουμε κ' εγώ θα πάω να φέρω''.-
Χρυσό σιγλάκι άρπαξε, στη βρύσι κατεβαίνει.
Κ' εκεί βρήκε τζη όμοιαις της και τζη χειροτεραίς της.
''Μωρή καρυδομάγουλη κι' αμυγδαλογελάστρα,
Μωρή ανεράϊδα του γιαλού και ανευροχορταρίστρα,
Ο Ράλλης επαντρεύτηκε κι' άλλη γυναίκα επήρε,
Κ' εσέ κουμπάρα κράζει σε να τόνε στεφανώσης''.-
''Εγώ, κι' αν επαντρεύτηκε, κι άλλh γυναίκ' αν πήρε, κι αν άλλη ραβωνιάστηκε με γεια του, με χαρά του.
Να παντρευτώ θέλω κι' εγώ κοντά στη γειτονιά του,
Να πάρω απ' τη γέννα του και οχ τη γεννολογιά του,
Και να περνώ 'πό κείθενε, να καίγετ' η καρδιά του''-
Να σου κι' ο Ράλλης έρχεται, στον μαύρον καβελλάρης,
Με το καπέλλο χαμηλά, την κόρη χαιρετάει.-
Βγάλε μου, κόρη μου, νερό, να πιώ κ' εγ' κι ο μαύρος...
Κόρη μ' τι έχείς και χλίβεσαι; τι εχείς κι' αναστενάζεις;''-
''Έμαθα που παντρεύτηκες με γεια σου με χαρά σου,
Κ' εγώ πέρν' απ' τη γέννα σου κι απ' τη γενολογιά σου,
Να παντρευτώ θέλω κ' εγώ, κοντά στη γειτονιά σου,
Να με θωρούν τα μάτια σου, να καίγεται η καρδιά σου''-
''Κόρη μ' κι αν παντρεύτηκα, κουμπάρα να σε κάμω,
Ν' αλλάξεις τα στεφάνια μου να πής το ροιζικό μου''-
Πέρνει και πάει σπίτι της σα μήλο μαραμένο,
Σα μήλο, σα τριαντάφυλλο, σα Πατρινό κεράσι.
Κ' η μάνα της την ερωτά, η μάνα της τση λέει,
''Τι έχεις Μαρία, και χλίβεσαι, τι έχεις και αναστενάζεις;-
''Τι να σου πω μανούλα μου, τι να σου μολογήσω,
Ο Ράλλης επαντρεύτηκε, κι άλλη γυναίκα επήρε,
Κι εμέ κουμπάρα έκραξε για να τον στεφανώσω''.-
''Μωρή έχεις πόδια να σταθής, και μάτια να τηράξης.
Και χέρια βεργολύγιστα ν' αλλάξης τα στεφάνια;''-
''Και πόδια έχω να σταθώ, και μάτια να τηράξω,
Και χέργια βεργολύγιστα ν' αλλάξω τα στεφάνια''.-
Κοντεύαν η αποκριαίς, εκόντευε κι ο γάμος
Κ' η μάνα της κ' η θειάδες της κ' η πρωτοξαδρεφαίς της
Τρεις μέραις την χτενίζανε, τρεις μέραις και τρεις νύχταις.
Τζη βάν τον ήλιο πρόσωπο, και το φεγγάρι στήθια,
Και του κοράκου τα φτερά τζη βάνουν καμαροφρύδια.
Τον άμμο τον αμέτρητο' τζη βάνουν δακτυλίδια
Και σαν λουλούδια του βουνού βάνουν μαργαριτάρια.-
Τη ρούγα πέρνει μόνη της, στην εκκλησιά πηγαίνει.-
Κι όταν την ειδ' η εκκλησιά, απ' άκρην άκρη εσείστη.
Π{απάς την είδ' εσώπασε, διάκος δεν ελειτρούγα,
Κ' εκειά τ' αναγνωστόπουλα 'φήκαν τα συναξάρια.-
''Ψάλλε παπά, σαν έψαλλες, διάκο 'σαν ελειτρούγας.
Κ' εσείς αναγνωστόπουλα πέστε το διάβασμά σας!''-
Και η Μαρία σαν έπαψε, ο Ράλλης απλογήθηκε, ο Ράλλης απλογιέται
''Βλόγα παπά μου,βλόγησε κι αν θέλεις δυο πουγγι' άσπρα
γύρε τα στεφανάκια σου και βάλτα της κουμπάρας,
παπά μου κάμε γλήγωρα, κάμε για τη ψυχή σου.
Κάμε τη νούνα νύφη μου, τη νούνα σαστικιά μου
Μ' αυτή μαζή θα ζήσουμε, ώστε να βγή η ψυχή μας''.-
''Καλώς τη θεγατέρα μου τη μυριοτιμημένη
Που για κουμπάρα εκίνησες κ' ήρθες στεφανωμένη''.*







