Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καλοκαιρινά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καλοκαιρινά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

7/9/11

Θέρος, τρύγος, πόλεμος!
























Μόλις έφυγαν οι εργάτες, ρούφηξε τη τελευταία γουλιά από το κρασί του και άφησε να του ξεφύγει ένα άγριο ουφ. Τον παρακολούθησα με το βλέμμα να πηγαίνει στη βρύση και να ρίχνει νερό στο πρόσωπό του. ''Ουφ, ουφ'' ξαναβόγκηξε. ''Δεν θα τη βγάλω καθαρή φέτος'' ''Κούραση, ε;''
























Προσπάθησα να κρύψω την ενοχή μου πίσω από λέξεις και ερωτήσεις που περίττευαν. Ενοχή που είχε να κάνει με την αποχή όλων μας από τον τρύγο. ''Δεν είναι ωράριο, για μένα τούτο. Να δουλεύω μέχρι τσι τρεις μες τη κάψα. Δε θα τη βγάλω. Παλαιά κάναμε μεσημέρι και συνεχίζαμε το απόγιομα'' ''Πατέρα, δε λέει. Τα αγόρια, έχουν τις δουλειές τους, δεν μπορούν να τις απαρατήσουν και να έρθουν στον τρύγο. Εμείς έχουμε το μαγείρεμα και τα παιδιά μας να φροντίσουμε. Δεν μπορούμε να έρθουμε στο κτήμα. Δώσε παραπάνω χρήματα στους εργάτες και κλείσε τους χωρίς φαγητό, να μπορούμε να ερχόμαστε. Ή πάρε περισσότερους εργάτες και μη κάνεις τίποτα εσύ'' Μα, που να πάνε οι συφοριασμένοι να φάνε με πέντε ευρώ παραπάνου, που θα πάρουνε; Να βάλω περισσότερους δεν συμφέρει'' ''Ε, μα, αν δεν συμφέρει, αραίωσε τα κλήματα να μπαίνει άνετα μέσα το τρακτέρι, να γλιτώνεις το κουβάλημα και να χεις και λιγότερη δουλειά και λιγότερα εργατικά'' ''Μα, μπορώ να ξεκολώσω τη περιουσία μου;'' ''Πατέρα, είσαι 84 και θέλεις να δουλεύεις σαν παληκαράκι. Γίνεται;'' ''Αν έζειε η μάνα σου, θάβλεπες πως θα δούλευα. Ήτανε η ζωή μου'' Τώρα θες το μαστελαρισμένο κρασάκι που κατέβαζε σαν νεράκι, θες η κούραση, θες τα γεράματα και η μοναξιά του, τον πήραν τα κλάματα. Για τον πύργο που χάθηκε, για τον πύργο του. Τη μάνα μας. Και αν η μάνα μας ήταν ο πύργος, ο πατέρας μου είναι το κάστρο. Και λυπάμαι πάρα πολύ να βλέπω το άλλοτε απόρθητο και ισχυρό κάστρο, λίγο λίγο να βάλλεται από τον χρόνο και να λαβώνεται η περηφάνια του ακαταπόνητου, ζητώντας χέρι βοήθειας.
























 Την επόμενη μέρα, έχοντας και η Βάσω τα ίδια συναισθήματα, πήγε να τρυγήσει. Μαζί και ο Κώστας, ο αδερφός μας. Εγώ, αφού ετοίμασα κάτι για το φούρνο, πήρα τα παιδιά και πήγα στα αλώνια. Ο πατέρας μου είχε ήδη πάει τη ρούγα. Τον έδιωξα και φόρεσα τα γάντια μου. Έχωσα τα δάχτυλά μου στο σωρό του καλαθιού και σήκωσα μερικές σταφίδες. Μέλισσες και σφήκες πετάγονταν από παντού. Από πάνω μου, από πίσω μου...τώρα θα με τσιμπήσουν, τώρα θα με τσιμπήσουν...Έλιωσα μερικές σταφίδες προσπαθώντας να τις αποφύγω. Ευτυχώς που δεν ζει ο νόνος να αρχίσει να φουγιάζει ''ωρές, λιώμα τσι κάματε, γυαλίζει το αλώνι'' ή Πούλιο ντρίτα, πούλιο ντρίτα'' ήταν τότε που έβλεπε οτι δεν νογάμε να κρατήσουμε την ευθεία στις άκρες και έφερνε ένα ίσιο καλάμι για οδηγό μας. ''Τα κοτσάνια απόξω, κοπέλες και μη πατήτε τσι ρόγες που ροβολάνε, να τσι σαρώνετε με τούτο δω'' και μας έδινε ένα μάτσο ψίληθρα δεμένα δεμάτι για να σκουπίζουμε. Το άρωμα του φυτού ήταν έντονο και δεν υπάρχει περίπτωση να δω ψίληθρα και να μη θυμηθώ τα σαρωματάκια του νόνου μου και το άπλωμα τση σταφίδας. Όσο ήταν μπροστά ο γέρος ακολουθούσαμε τις οδηγίες του κατά γράμμα. Στις άκρες του αλωνιού, τα κοτσάνια έξω και ντρίτα στην ευθεία καθέτως και οριζοντίως για να μη δημιουργούνται γλώσσες και δυσκολεύει το άπλωμα. Σαρώναμε τσι ρόγες και απλώναμε με προσοχή ώστε να μη λιώσουμε τις σταφίδες. Μόλις πισωπλάτιζε για να πάει να σκαλίσει και να σημαδέψει το καλαμάκι του με τα φορτώματα που είχανε έρθει , εμείς αρχίζαμε να απλώνουμε σαν τσι μουρλές βιαστικά και πανικόβλητα μη μας φάνε οι μέλισσες και αν πάτιαμε καμία τσάμπα, τη πετάγαμε στο αλώνι τση προηγούμενης μέρας -σιγά μη φανεί ο ψύλλος στα άχερα- . Δεν προλαβαίναμε να τελειώσουμε και έφτανε η καινούργια καρία με τον πατέρα μου οδηγό. ''Μωρές, γιατί εδώ είναι απανουτάρι; Εκεί γιατί πέφτουνε τα σμπάρα;'' Η καλύτερή μας ώρα, όταν έπεφτε ο ήλιος στο βουνό. Η ώρα για την επιστροφή στο σπίτι!
Έχω τελειώσει το άπλωμα και του τελευταίου καλαθιού. Ιδρωμένη, γεμάτη εγώ και τα ρούχα μου, κολλώδη ζουμιά από τις σταφίδες, με μουδιασμένα πόδια και χέρια, κοιτάζω στο κινητό μου την ώρα. Ουπς! Ώρα να πάω να σβήσω το φούρνο και να ετοιμάσω το τραπέζι για τους εργάτες και την οικογένεια. Στις 15.μμ έρχονται όλοι κουρασμένοι, καταιδρωμένοι και μες τη βρώμα, διψασμένοι και πεινασμένοι. Βλέπω την αδερφή μου ξέπνοη. ''Δεν παλεύεται σου λέω, δεν παλεύεται...δεν πληρώνεται με τίποτα αυτή η ταλαιπώρια''
Για χάρη του πατέρα μας για δέκα μέρες ήμασταν εκεί, απίκο για τις ανάγκες του τρύγου. Αλλά, δεν παίζεται...δεν παίζεται αυτός ο πόλεμος σας λέωωω...

3/9/11

Περί όνου σκιάς
























Ο Γάιδαρος δεν είναι από τις αγαπημένες μου παραλίες. Είναι όμως η κοντινότερη και όταν δεν έχουμε όρεξη για μακρινές διαδρομές καταλήγουμε στα ρηχά νερά του Γαιδάρου. Δεν συμπαθώ αυτή τη παραλία γιατί μου δίνει την αίσθηση του βούρκου, ειδικά προς το λιμανάκι. Η κατάσταση βελτιώνεται αισθητά προς τα δεντράκια, τα αρμυρίκια, που η σκιά τους φθάνει μέχρι τη θάλασσα. Εκεί τα νερά είναι καθαρότερα και φυσικά δεν καίγεσαι ούτε καν τις μεσημεριανές ώρες. Αυτό ίσχυε τουλάχιστον μέχρι πέρυσι. Φέτος, μπάζωσαν μέχρι τον αιγιαλό ένα οικόπεδο, έκοψαν τα αρμυρίκια και έβαλαν ...ομπρέλες. Γιατί αν υπήρχαν τα αρμυρίκια, ποίος θα καθόταν στις ομπρέλες; Ο ήλιος είναι δημόσιο αγαθό, αλλά η σκιά δεν είναι. Χρεώνεται επιπλέον. Οπότε τα δεντράκια θυσιάστηκαν στο βωμό του κέρδους. Αλλώστε γιατί να ασχοληθεί κανείς με τη σκιά του Γαιδάρου; Ασήμαντο θέμα!
Σχετικά με την απόσταση που πρέπει να έχουν τα κτίσματα ή οι μάντρες από τον αιγιαλό, τι τελικά ισχύει στη Ζάκυνθο; Πόσες παρανομίες έχουν γίνει με τις ευλογίες του Δήμου; Αλικανάς, Γερακαρίο, Τραγάκι, Μπελούσι και όπου αλλού; Ευτυχώς που στο κόλπο του Λαγανά καταδέχθηκε να γεννάει η χελώνα και υπάρχουν ακόμη σημεία που δεν τα έχουμε μπαζώσει. Αλλά πρέπει να υπάρχουν οι κοινοτικές οδηγίες και η φύλαξη του θαλάσσιου πάρκου για τη χελώνα και τη φώκια για να αντιμετωπίσουμε με σεβασμό το περιβάλλον μας; Από μόνοι μας δεν μπορούμε να σεβαστούμε τίποτα; Ούτε καν τους νόμους μας;

2/9/11

Στη Παναγία τη Σκοπιώτισσα




























Η αρχή έγινε τότε που τα παιδιά ήταν ακόμη μωράκια και κινήσαμε χαράματα ο άντρας μου και
εγώ, να πάμε περπατώντας από Αγγερικό μέχρι τη Σκοπιώτισσα. Η θέα από κει ψηλά μας είχε κόψει την ανάσα! Ξαναπήγαμε δεκαπενταύγουστο, στο πανηγύρι. Κατάνυξη! Λατρεία για τη θεϊκή σκέψη και τον ανθρώπινο μόχθο.

 Από τότε ακόμη,  ο χώρος του ναού και του μοναστηριού είχε αρχίσει να αναστηλώνεται και και να μας εντυπωσιάζει κάθε φορά όλο και πιο πολύ. Και μεις εθυμοτυπικά και σαν σε σιωπηρό τάμα, κάθε χρόνο είμαστε εκεί για να κοινωνήσουμε τα παιδιά μας. Και ποτέ, μα ποτέ άλλοτε, σε όλη τη διάρκεια του χρόνου, δεν είμαστε τόσο συνεπείς, όσο εδώ, αυτή τη μέρα, σε αυτό το βουνό!




















8/9/10

Βόλτα στα καντούνια τση χώρας

Με αφορμή κάποιες μικρο εκρεμμότητες κατεβήκαμε στη χώρα! Στη πραγματικότητα, τουλάχιστον για μένα, ήταν ένα μικρό σκασιαρχείο μακριά από τα παιδιά. Ένα μικρό ''γανιό'' για καφέ και βολτάρισμα με την Μαρίνα, την παιδική μου φίλη. Πάρκαρε κοντά στο Κτελ και μέσα από στενά στρατόνια και καντούνια, που θαρρείς οτι θα κατέληγαν σε ιδιωτικές αυλές, με οδήγησε στην χώρα.
Μερικά από τα καντούνια ήταν πλακοστρωμένα, δίνοντας μια ιδιαίτερα γραφική νότα στη γειτονιά. Συμφωνήσαμε και οι δυό μας οτι αν ήταν όλα τα καντουνάκια έτσι πεζοδρομημένα και υπήρχαν και μερικά τουριστικά μαγαζάκια θα άνέβαζαν λίγο την κίνηση στην περιοχή (στην απο πάνω της Αλ. Ρώμα) που μέχρι στιγμής παραμένει λιγάκι υποβαθμισμένη και σχετικά άγνωστη!

Παραπλεύρως (η φωτογραφία δεν είναι αρκετά καθαρή, δυστυχώς) βλέπαμε άλλα καντούνια και σκαλάκια που οδηγούσαν σε άλλα στενότερα και όλο και πιο στενότερα!
Είμαστε στην ''Οβριακή''! Εδώ η πύλη της Συναγωγής . Σε άλλη μαρμάρινη πινακίδα αποτείνεται φόρος τιμής στον Ugo Foskolo, που μικρό παιδί ακόμη προάσπισε το δικαίωμα στην ανεξιθρησκεία και σε άλλη (πινακίδα) ευχαριστίες στον λαό της Ζακύνθουκαι στον τότε δήμαρχο (Καρρέρ;) για την προστασία που παρείχαν στον εβραϊκό πληθυσμό του νησιού κατά τη διάρκεια του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου.




Υ.Γ.1

Στη δημόσια βιβλιοθήκη που επισκεφθάκαμε εκείνο το πρωινό, πληροφορηθήκαμε με χαρά οτι σε λίγους μήνες θα ξαναεκδοθεί το ''Λεξικόν Ιστορικόν και Λαογραφικόν Ζακύνθου'' του Λεωνίδα Ζώη (το βρήκα και σε pdf στο διαδίκτυο). Μακάρι, μακάρι, να το δούμε και τυπωμένο!!!





Υ.Γ. 2

Από το προηγούμενο καλοκαίρι είχα βάλει στο μάτι το βιβλίο της Μαρίας Φιορεντίνου ''Παραδοσιακή Ζακυνθινή Κουζίνα''. Ευελπιστούσα οτι θα μου το έκανε δώρο ο άντρας μου, αλλά αφού πέρασε ένας χρόνος και δεν...αποφάσισα να μου το κάνω εγώ δώρο.

Το αγόρασα λοιπόν εκείνο το τεμπέλικο πρωινό που βολτάραμε στη πόλη.

Ένα έχω να πω (για την ακρίβεια δύο)! Είναι απίστευτα πλήρες! Είναι
ά π αι χ τ ο !!!!!!!

Σε επόμενη ανάρτηση θα πω περισσότερα για αυτό το (συλλεκτικό!) βιβλίο που είναι ένα πολιτιστικό ταξίδι στις γεύσεις και στα ήθη αλλοτινών εποχών και ίσως (ακόμη) και του σήμερα

2/11/09

Σαν αποχαιρετισμός....

Με το τέλος του Οκτώβρη, τελείωσε το μικρό καλοκαιράκι και η τουριστική περίοδος. Ο φετινός Νοέμβρης ήρθε με πολύ κρύο και με χιόνια(!) σε κάποιες περιοχές. Τα θερινά καταλύματα, οι χώροι εστίασης και νυχτερινής διασκέδασης, έχουν πλέον κλείσει. Η χειμωνιάτικη απομόνωση του νησιού, έχει μόλις ξεκινήσει. Οι τελευταίοι τουρίστες, κούνησαν το λευκό μαντήλι του αποχαιρετισμού!
Σε αυτούς τους απανταχού της γης, των τελευταίων ημερών, πλάνητες, σε αυτούς που μέχρι τέλος Οκτώβρη μας τίμησαν με τη παρουσία τους και δεν μας άφησαν να πέσουμε σε χειμερία νάρκη, είναι αφιερωμένες οι παρακάτω φωτογραφίες...έτσι, σαν σουβενίρ, ...σαν αποχαιρετισμός...για το καλό ταξείδι και ...για το a rivederci!

Καλό Χειμώνα, φίλοι...

Κάτω από το Σκοπό: Ξεροκάστελλο


Κερί, στις σπηλιές!







Προς Μαραθονήσι...
Σπηλιά στο Μαραθωνήσι


Ξύγκια! Καταπληκτικά, παγωμένα νερά! Κρούσταλλο! Τόνωση!
Ηλιοβασίλεμα!
Ηλιοβασίλεμα, από τη ξέρα του Γέρακα!

2/10/09

Γιαλό- γιαλό μέχρι την Άμπουλα (μέρος 3ο)


Πίσω από τον Γάιδαρο, αρχίζει η βράχο- βράχο πορεία μας. Να κολυμπήσουμε ούτε λόγος. Καθώς εδώ δεν είναι πλάζ συναντάμε πολλά σκουπίδια που ξέβρασε η θάλασσα και κυρίως καλάμια, πολλά καλάμια και διάφορα μικροαντικείμενα που χάνουν ή ξεχνούν οι άνθρωποι στις παραλίες.
Και να ο επιβλητικός, σχεδόν κυλινδρικός βράχος, που απεικονίζεται και από τον L. Salvator σε σκίτσο. Ο Χάρης ποζάρει συνεχώς και μου χαλάει τα πλάνα. Πίσω από τον κυλυνδρικό βράχο υπάρχει μικρό προστατευμένο σημείο με άμμο. Φαντάζομαι πολλά ζευγαράκια θα εκμεταλλεύτηκαν την απομόνωση και την άγρια ομορφιά του μέρους. Ακούω επιφωνήματα εκπληξης από τον ανιψιό μου. Μου δείχνει ένα βράχο. Κάποιοι έχουν σκαλίσει τα ονόματά τους πάνω. Άρα, δεν είμαστε τρελοί και άλλοι έχουν περάσει από δω. δεν πάμε στο πουθενά, σκέφτομαι.
Ο Χάρης συνεχίζει να μονολογεί... Παρατηρώ καλύτερα. Φτούουυ, δεν είναι δυνατόν! Εκεί που καμαρώναμε οτι με τις φωτογραφίες που θα δείχναμε στους δικούς μας θα τους κάναμε να ζηλέψουν που δεν ήρθαν μαζί μας...διαπιστώνουμε οτι κάποιος από την οικογένεια πρέπει να είχε περάσει από εδώ και άφησε ...την υπογραφή του. Μετράμε τους αρσενικούς του σογιού. Ποιός τάχα, είναι ο πιο γκομενιάρης; Παντρεμένος ή ανύπαντρος; Λες να είναι ο παππούς; Μπααα!Σιγά μην ήρθε ο οποιοσδήποτε ραντεβού μέχρι εδώ και μετά σκάλισε το βράχο. Μάλλον με συντροφιά φίλων ήταν. Πλέκουμε διάφορα σενάρια και διάφορα σχέδια καταστρώνουμε για το πως θα διαπιστώσουμε τη ταυτότητα του χαράκτη*.
Κάπου εδώ βγαίνει ένα ρέμα και έχει κατεβάσει καλάμια μέχρι τη θάλασσα.
Ο βράχος στο κέντρο που μοιάζει με κάθισμα ... φυσικής ανάγκης.
Η ρεματιά λίγο πριν τη θάλασσα.
Αρχίζουμε να ανεβαίνουμε , στη μια πλευρά της ρεματιάς,
για να συναντήσουμε στο φρύδι του λόφου, πάνω από τη θάλασσα...χαράξεις σαν έργα τέχνης, με σμίλη και καλέμι, αρχαίου γλύπτη....

Συναντάμε μια καλύβα* με θέα στη θάλασσα. Το μονοπάτι εδώ τελειώνει...δεν πάει παρακάτω. Από κάτω μικρός κάθετος γκρεμός! Αναγκαζόμαστε να αφήσουμε τον αιγιαλό και να παρακάμψουμε από μέσα από ελαιώνες της ενδοχώρας. Για να διαπιστώσουμε οτι σπαταλήσαμε 3/4 της ώρας για να βρεθούμε στον δρόμο που βγάζει στον Γάιδαρο. Σαν να μη προχωρήσαμε καθόλου. Μασουλάμε μερικά μπισκότα. Καλημερίζουμε μια γιαγιά που μας κοιτάει περίεργα για το πως ξεφυτρώσαμε μέσα από τα λιόφτα, στην άκρη της αυλής της.


Πλακόστρωτο δρομάκι που θα μας οδηγήσει στη θάλασσα. Νεόδμητες θερινές κατοικίες και άλλες υπό ανέγερση!

Δυστυχώς, υπό κατασκευή είναι και το δρομάκι που τελειώνει απότομα μερικά μέτρα πάνω από τα βράχια του γυαλού. Η κατηφόρα είναι εύκολη λέει το καμάρι του αδερφού μου. Αμ δε!
Ένα μέτρο με χώριζε από το έδαφος και αυτό δεν κατάφερα να το κατέβω, χωρίς να γδάρω τον αστράγαλό μου και τον γοφό μου. Τι να φταίει, τάχα; Το μαγιό μου που σκάλωσε στο βράχο; Ή η αλλαγή του κέντρου βάρους του σώματός μου, μετά από δύο εγκυμοσύνες; Ή; ...Ή;... Ή επειδή, δεν είμαι πια παιδί να σκαρφαλώνω σαν κατσίκι, όπως έκανα παλιά; ''Θυμάσαι, Χάρη, τότε που ήσουν ακόμη μικρούλης και πηγαίναμε για εξερευνήσεις;''

Εδώ ήταν το πιο δύσκολο κομμάτι, ανώμαλοι βράχοι αλλά...άξιζε τον κόπο!

Βρεθήκαμε σε ένα πανέμορφο συγκρότημα, περιτοιχισμένο και με μικρές προβλήτες .
Αλλά ψυχή πουθενά.... Πανέρημο, να το χτυπά το κύμα...

Μετά την καστροπολιτεία- έτσι το ονομάσαμε- άλλο ένα δύσκολο σημείο, που εχτός από δύσκολο εξελίχθηκε και σε αστείο...Τελειώνουν οι βράχοι και υπάρχει μια στενή λωρίδα στεριάς χωρίς βράχια, πριν την αμμουδιά της Άμπουλας. Μόνο που αυτή η στενή λωρίδα είναι από γλήνα ...και τη βρέχει το κύμα...και γλυστράειειειει...Ο Χάρης προσπαθεί να τη διαβεί και βρίσκεται ανάσκελα κάθε μα κάθε φορά που το προσπαθεί. Έχει γίνει γουρουνάκι που κυλίστηκε στη λάσπη! Βράχο, βράχο ξανά μέσα από τη θάλασσα! Κάθε φορά που τραβιέται η θάλασσα και πριν μας φτάσει το επόμενο κύμα, πηδάμε!
Επιτέλους, πατάμε σε ζεστή αμμουδιά! Είμαστε στην Άμπουλα! Η ώρα είναι 11.30 π.μ.! Η παραλία αρχίζει να γεμίζει κόσμο. Ξεπλένουμε τα ρούχα του στη θάλασσα και τα αφήνουμε να στεγνώσουν πάνω σε ένα μουράγιο. Μπαίνουμε και εμείς στη θάλασσα και επιτέλους... κολυμπάμε και χοροπηδάμε ανάμεσα στα κύματα.
Λίγο αργότερα ο Χάρης απογοητεύεται που δεν θέλω να συνεχίσω την πορεία μας. Αλλά, είναι ήδη γιόμα! Θα μας φάει η κάψα. Θέλω και ένα παγωμένο φραπέ, βρε αδερφέ...Μου έχουν λείψει και τα παιδιά μου... Ε, και δεν είμαι πια, το ίδιο νέα, για να έχω τις ίδιες αντοχές , όπως παλιά... Εξαγοράζω την καλή του διάθεση με ένα γεύμα στο ταβερνάκι πάνω από τη θάλασσα και τηλεφωνώ να έρθουν να μας μαζέψουν. Η παρα θιν' αλός διαδρομή μας θα συνεχιστεί το επόμενο καλοκαίρι. Μέχρι τον κάβο; Μέχρι τις Αλυκές; Chi sa...;
Δύο μέρες μετά ο Χάρης έφυγε για να υπηρετήσει τη θητεία του...

Όλες αυτές οι αναρτήσεις ''Γιαλό-γιαλό" είναι αφιερωμένες στον μεγάλο μου ανιψιό τον Χάρη, που από τα πέντε του χρόνια έχει γίνει ο σύντροφος των εξορμήσεών μου ή εξερευνήσεων, όπως του άρεσε και του αρέσει να τις αποκαλεί όλες αυτές τις τρέλες. Άλλωστε η φετινή ήταν δικής του έμπνευσης και επιμονής.


*Η παραπάνω ανάρτηση έπρεπε να έχει γίνει πολύ καιρό πριν, αλλά ήθελα να βεβαιωθώ για τη ταυτότητα αυτού του συγγενή που χάραξε το βράχο. Και βεβαιώθηκα, μόλις χθές. Εδώ υπάρχει η έμμεση ομολογία του. Δεν συμφωνείτε;

21/9/09

Γιαλό - γιαλό...στη Μπούκα (2ο Μέρος)

Και εκεί που νομίζαμε ότι μετά τον Κάβο Γιδάκια (στις Συκιές), θα τελείωνε η αμμουδιά..., και ακολουθώντας τη στροφή μέχρι εκεί που δεν θα πήγαινε άλλο, με σκοπό να κολυμπήσουμε μέχρι το επόμενο βατό σημείο..., μας περιμένει η ευχάριστη έκπληξη! Το ξύλινο μονοπάτι που ακολουθήσαμε από την αρχή του Τσιλιβί, συνεχίζεται... και μας φέρνει μπροστά σε μιά μικρή παραλία, στεφανωμένη θαρρείς από τον καταπράσινο λόφο!
Είμαστε στη Μπούκα! Το τέλος της λαγκάδας στη Βρύση, όπως αναφέρει ο Λουδοβίκος Σαλβατόρ. Σύμφωνα με τις περιγραφές του, κάπου εδώ πρέπει να βρισκόταν το ποτάμι της Βαλσαμίνας (παλιά, όταν ήμουν παιδί, εδώ υπήρχε ένα μισόξερο ποταμάκι με πολλά μεγάλα κουνούπια να ίπτανται τριγύρω του), και κάπου εδώ πρέπει να ήταν το πηγάδι στην Κούλλα. Τίποτα από αυτά πλέον. Ούτε ποτάμι, ούτε πηγάδι. Πολιτισμός!
Οι ομπρέλλες και τα ξύλινα τραπέζια, είναι ότι πιο φιλικό προς το περιβάλλον, που είδα φέτος στις παραλίες μας. Είναι ακόμη αρκετά νωρίς και οι θαμώνες τους, μάλλον θα κοιμούνται...
Ο Χάρης (αριστερά), προσπαθεί να υπολογίσει πόσο χρόνο θα μας πάρει μέχρι το ακρωτήριο του Γαιδάρου.
Να, και ένας πρωϊνός κολυμβητής αριστερά... και στο βάθος ...ο Γάιδαρος. Έχει λίγο κυματάκι... και αυτό σημαίνει, οτι αφού έχει εδώ μέσα, στον προστατευμένο ορμίσκο, φαντάσου τι θα γίνεται από την απέξω, πίσω μεριά.
Πράγματι, έχει κυματάκι. Καλύτερα να πάμε πάνω από τον λόφο. Λέω την σκέψη μου στον ανιψιό μου. Στραβομουτσουνιάζει. Ονειρευόταν κάτι πιο active και όχι απλώς περπάτημα στην ακροθαλασσιά. Καλά, συγκατανεύω, όσο πάει...Οι ερημικές ομπρέλλες στο λιμανάκι... κάποιος ψαράς που απλώνει τα δίχτυα του... και οι πρωινές αχτίνες που αρχίζουν πλέον να μας ζεσταίνουν...
Εδώ, μέσα στο λιμανάκι, η θάλασσα μοιάζει... λάδι. Από την άλλη πλευρά, ξέρω οτι έχει βράχια. Κάποτε, εκεί προσπάθησα να ψαρέψω με καλάμι...είχα πιάσει ένα μικρό σκορπίδι. Στη σκέψη αυτή, όλος ο ενθουσιασμός πάει περίπατο. Το κύμα θα κάνει γλιστερούς τους βράχους και μέσα από τα θολωμένα νερά, ούτε που θα μπορούμε να δούμε που πατάμε. Ας όψεται όμως, η υπόσχεση που έδωσα στον μικρό. Δεν μένει παρά να κολυμπήσουμε.
Τα μπλουζάκια μπαίνουν στο σακίδιο. Τα κινητά, η κάμερα και τα χρήματά μας σε ειδικές αδιάβροχες θήκες. Η φωτογραφική θα μπεί στο τέλος...,
αφού πρώτα φωτογραφήσω και φυλακίσω αυτό...
και τέλος αυτό... για να τεκμηριώσω και τις περιγραφές του Λ. Σαλβατόρ από τον δεύτερο τόμο του έργου του "ΖΑΝΤΕ" (εκδόσεις Μπάστα)
"Το Ακρωτήριο Γάιδαρος κλείνει μαζί με τον κάβο Γιδάκια ένα είδος εγκόλπωσης με παραλία που έχει λεπτή άμμο, όπου στην αρχή, στα πόδια του Γαιδάρου, βρίσκεται μια ξέρα την οποία ακολουθούν οι γκρεμοί του άκρου, επάνω κόκκινοι κεραμιδί, κάτω κιτρινωποί, στη συνέχεια βλέπουμε ένα τμήμα γκρίζας αργίλου..."
...Και αναρωτιόμουν τόσα χρόνια, γιατί η παραλία εκεί, μου δίνει την εντύπωση του βούρκου. ...φταίνε οι γλίνες που σκεπάστηκαν με φύκια και άμμο.

Η διαδρομή συνεχίζεται με εκπλήξεις, παρακάμψεις και μικροατυχήματα...θα τα πούμε προσεχώς.

18/9/09

Γιαλό - γιαλό... (1ο Μέρος)




Με μία ώρα καθυστέρηση και με απόντα τον Γιώργο, ο Χάρης και εγώ ξεκινήσαμε για την προγραμματισμένη μας από πέρσι, παραθαλάσσια διαδρομή.



Στις 8,30 π.μ. φτάνουμε στην αρχή του Τσιλιβί, λίγο μετά τη βραχονησίδα του Βόιδι (κάποτε λέει υπήρχε μοναστήρι ή παρεκκλήσι του Αγίου Γεωργίου εκεί πάνω και κάθε χρόνο, όταν γιόρταζε , γινόταν μεγάλο πανηγύρι και σφαγιάζονταν βόϊδα, εξ΄ου και η ονομασία).
Η θάλασσα λούζεται με τις ασημένιες ακτίνες του πρωινού ήλιου. Βλέποντας όλο αυτό το ασημένιο φως, νοιώθουμε ζάμπλουτοι. Τα μάτια μας, αδηφάγα και άπληστα δεν χορταίνουν να αποθηκεύουν όλο αυτό το ασήμι, όλον αυτό τον πλούτο! Και η ...φωτογραφική μηχανή, επίσης!
Ύστερα από μία ώρα φτάνουμε στις Συκιές, στο λιμανάκι. Συναντήσαμε ελάχιστους κολυμβητές και μερικούς ψαράδες που ξεψάριζαν. Και μια παρέα από... πάπιες!
Ανεβήκαμε το μονοπάτι για την Βαρδιόλα. Παρατηρητήριο από την εποχή της Ενετοκρατίας.
Η είσοδος...
...και γύρω γύρω σκουπίδια, ανθρώπινα περιττώματα...
αδιαφορία, εγκατάλειψη και ούτε μία σήμανση από την Εφορία Βυζαντινών ή Μεταβυζαντινών Χώρων (ή όπως αλλιώς μπορεί να λέγεται η αρμόδια υπηρεσία)


Μετά το λιμανάκι και εκεί που νομίζαμε ότι δεν πάει άλλο...η διαδρομή συνεχίζεται και ο πρώτος κόλπος ενώνεται με τον επόμενο...Μπούκα-Γάιδαρος.







31/8/09

Τσιλιβί - Άμπουλα


Μία εικόνα που σίγουρα δεν την έχουν αντικρίσει πολλοί. Είναι σχηματισμοί που θυμίζουν σταλαγμίτες και βρίσκονται πίσω από την παραλία του Γαϊδάρου. Πρόκειται για την εκδρομή που έκανα με τον ανηψιό μου, τον Χάρη, λίγο πριν φύγει για τα ελληνικά στρατά. Θα αναρτήσω προσεχώς λεπτομέρειες και φωτογραφίες, προς το παρόν συνδέομαι με κάρτα και δεν ξέρω πόσο χρόνο έχω. (η συγκεκριμένη εικόνα πήρε δύο τσιγάρα χρόνο για να αναρτηθεί)

21/6/09

Στη σκιά τση περγουλιάς.


Εδώ και μέρες προσπαθώ να πετύχω τον πατέρα μου στο τηλέφωνο, αλλά εις μάτην. Προσπαθώ να σκεφτώ διάφορα σενάρια και ακολουθώ νοερώς τις κινήσεις του: Πρωί στα χτήματα. Μπα! Ιούνης, Θεριστής, κολοκυθόμηνας, δεν έχει δουλειές. Μπάνιο στη θάλασσα. Πρωί, πρωί πηγαίνει, μα από τον Ιούνη; Μπα θά 'χει δουλειές στη χώρα. Μεσημέρι, κοιμάται! Από τις 1.00 είναι στη καλύβα και κοιμάται. Ας τηλεφωνήσω απόγευμα. Τηλεφωνώ ανά μία ώρα. Τίποτα! Μα που στο καλό είναι; Τηλεφωνώ στον αδελφό μου. Κανείς! Στη γειτόνισσα, στην άλλη γειτόνισσα, τίποτα. Καμία δεν είναι στο έρμο τσης. Να πάρω τη θεία μου; Μωρέ ή θα είναι στις κότες ή θα κάνει διακόσια χρόνια να σηκώσει το τηλέφωνο. Να μη πολυλογώ, καλώ τη θεία μου. ''Ωρή κυρά μου, τι κάνεις;'' όλο ενθουσιασμό η προεστή. ''Θεία, ο μπαμπάς μου που...βόσκει;'' προσπάθησα να διασκεδάσω την ανησυχία μου. ''Εδώ είναι μάτια μου, τονε θες; να του μιλήσω;'' ''Να τον έψαχνα στο σπίτι, στον αδερφό μου, δεν μπόρεια να τον έβρω'' άρχισα, για να πω τις ανησυχίες μου, μια και η θεία μου, αδελφή του πατέρα μου, σαν δεύτερη μάνα μας είναι. ''Ου, καϋμένη, και σιγά μην έβρεις κανένανε μέσα, με τέτοια κάψα βραμέντε. Ούλοι εδώ είναι ψυχή μου, στη περγουλιά που κάνει κομάτι φρέσκο. Σε ένα μουμέντο θα τσου βγάλω για φίλεμα κάτι σύκα ούλο δροσία. Μα πως το λησμόνησα; Κάθε καλοκαίρι η αυλή της θείας μου, γίνεται το κοινόβιο τση γειτονιάς. Μαζεύονται όλοι εκεί, για τη δροσία τσης και για τη στρατηγική τσης θέση, όπου μπορεί κανείς να ελέγχει ούλες τσι μπασίες και το κεντρικό δρόμο. Πάνω από πενήντα χρόνια η περγουλιά είναι το δροσερό καταφύγιο από τον κάματο του καλοκαιριού. Κάτω από τον ίσκιο της έχουν πλεχτεί εκατοντάδες μέτρα μέρλων, που στόλισαν τσι προίκες των κοπελώνε. Έχουν σχολιαστεί, για καλό ή κακό όλοι όσοι έτυχε να περνάνε από τον κεντρικό δρόμο (ούλο το χωρίο δηλαδή). Κάτω από τον ίσκιο της περγουλιάς έχουν ειπωθεί όλες οι παλιές ιστορίες των παλαιώνε για τη φαμελιά μας.

Πάντα, στη πιο καίρια θέση, καθόταν η γεροντότερη. Αυτή έβλεπε και επέβλεπε. Αυτή έδινε αφορμή για το αντικείμενο/υποκείμενο σχολιασμού: ''χμ, ο Μίμουλας περνάει, πάει στο καφενείο, ε και ο Μούμας από πίσω. Προχθές το άλογό του, λύθηκε και έτρεχε στα λιόφτα μας'' Αυτή είχε τον πρώτο λόγο για κάλεσμα ή για φίλεμα: ''Έλα, κουμπάρε, κόπιασε να σε φιλέψουμε κομάτι πλεζονιά! Λούλα, βγάλε μία καθίκλα για το κουμπάρο. '' Και προς εμάς τα παιδιά ''Μέσα στο πηγάδι κρέμεται ένα μαλαθούνι με μία πλεζονιά, τραβήχτε το σχοινί αγάλια αγάλια από το φιλιατρό και φέρτε μου το καρπούζι, και από κόντω, βγάλτε μου και ένα σιγλαράκι νερό να δροσίσω το κεφάλι μου''

Σε αυτή τη περγουλιά, πριν τριάντα χρόνια, η ίδια η νόνα που διαφέντευε στο θερινό κοινόβιο, έφαγε ξύλο από το νόνο μας ''τον γέρο'' όπως τον αποκαλούσε.
Ήταν Αύγουστος και είχε έρθει από Αθήνα και η άλλη γιαγιά, που παρότι ζακυνθινιά και χήρα δεν φόραγε πια τα ολόμαυρα, όπως οι άλλες γρίες του χωριού και φυσικά ούτε μαντήλι, ούτε κάλτσες. Η ζέστη ήταν ανυπόφορη! Η νόνα με μία βεντουλέττα μάταια προσπαθούσε να δροσιστεί. ''Ουφ, συμπεθέρα μου τι κάψα είναι τούτη; Δεν υποφέρεται!'' με απόγνωση προς την ''Αθηναία'' γιαγιά. ''Μα και συ καϋμένη μου τι φορείς; Κάλτσες! Μαντήλι! Βγάλτα, να δροσιστείς συφορέλια σου!'' Είχε κάποιους δισταγμούς η νόνα, αλλά ήταν και τόση η κάψα που τελικά πήγε και έβγαλε κάλτσες , μπόλια,βελέσι και έμεινε μόνο με τη δροσερή τσης ρόμπα.
Και εκεί που σιγά σιγά άρχιζε να νοιώθει άνθρωπος, έρχεται ο ''γέρος'' κούτσα κούτσα με τη λαγούτσα (ήταν 92 χρονών και οι νόνες 80). Με το που βλέπει τη γδύμνια τση νόνας, άφρισε. 'Αρχισε να ανασηκώνει τη βράκα του, να δένει και να ξεδένει το ζωνάρι του ''Ορή παλιόγρια, εμουρλάθηκες και πας να πουτανέψεις στα γεράματα; τί εγδύθηκες; Πήγαινε να βάλεις τα σκαρτσούνια ογλήγορα'' αγρίεψε ''Γιατί ορέ γέρο, με λες μουρλή και πουτάνα; Μοναχά εγώ δεν φορώ σκαρτσούνια; Με τέτοια κάψα, ούλες τα 'χουνε βγαλμένα, να και η συμπεθέρα'' προσπάθησε να πάρει το πάνω χέρι η νόνα. Με την αντιλογία τσης, ήδη ο νόνος είχε σηκώσει τη λαγούτσα του και την κατεύθυνε προς τα γδυμνά τσης πόδια. '' Επειδή η συμπεθέρα είναι μουρλή και πέταξε τα μαύρα και το μαντήλι τσης πάει να πεί ότι πρέπει να κάμεις και συ τα ίδια; Μποδάτε τι έχεις να κάμεις άμα πεθάνω''
Η γιαγιά από την Αθήνα έσπευσε να συνοδέψει τη νόνα μου μέσα, μουρμουρίζοντας μέσα από τα ψεύτικα δόντια της: ''Χορό, συμπέθερε, χορό θε να κάμει!''....