Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φυτολόγιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φυτολόγιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

21/3/14

ΆγριεςΊριδες : Ο κόσμος των μικρών θαυμάτων














Και τι δεν μου θύμισε αυτή η μικρή άγρια ίριδα, Moraea sisyrinchium, που μοναχική φύτρωσε στο παρκάκι της γειτονιάς μου, εδώ στη Ν. Σμύρνη.
Κάθε χρόνο στις αρχές της Άνοιξης, το αλώνι μας μπροστά από το σπίτι (στη Ζάκυνθο βέβαια)γιόμιζε με τις μοβ μπλε λιλά πινελιές τους, δίνοντας χαρούμενο και ζωηρό χρώμα στον πράσινο καμβά. Με το γλυκό και διακριτικό τους άρωμά, στο οποίο ήθελες να βυθιστείς ξανά και ξανά, προοιώνιζαν την άνοιξη και τον ερχομό των πασχαλινών διακοπών. Και ήταν τόσο, μα τόσο εύθραυστες! Δεν άντεχαν στο βάζο αν τις έκοβες. Ζάρωναν και γέμιζαν μπλε ζουμί, λες και ήταν από τα δάκρυά τους που ξεριζώθηκαν από τη γη. Ευτυχώς τώρα μπορούν να φωτογραφηθούν και να παρατείνουν έτσι, τη ζωή τους πάνω στο πράσινο χαλί των αλωνιών, των χωραφιών και των ...πάρκων, μερικές ακόμη ώρες. Είναι ονειρεμένα τέλειες!!!

8/4/10

Η Άνοιξη στην αυλή μας

Τα χαμομήλια, που η νόνα μας έβαζε να μαζεύουμε μέσα σε μεγάλα ταψιά, για να τα αποξηράνουμε στον ήλιο. Τον χειμώνα μας έφτιαχνε ζεστό χαμομήλι για να περάσει ο πόνος του λαιμού ή της κοιλιάς. Πολλές φορές το χρησιμοποιούσε σε κομπρέσες ή για πλύση των ματιών. Άλλες φορές με έλουζε με αυτό για να ξανθίνουν πιο πολύ τα μαλλιά μου. Μες στα χαμομήλια παίζαμε και αποκοιμιόμασταν με το νανούρισμα της μέλισσας!

Μοιάζουν με τις κάλες, αλλά μάλλον δεν είναι!
Είναι οι αγαπημένοι κρίνοι της μαμάς!
Είχε φέρει τους βολβούς από το πατρικό της. Εκεί κοντά στο σημείο που φύτρωναν, έβαζε τη σκάφη και έπλενε. Θυμάμαι τις σαπουνάδες από το Rol να στέκονται εκεί, γύρω από το βλαστό τους, στη μικρή λάκα. Θυμάμαι και τη Σουλτάνα, τη φρυγμένη από τον ήλιο, γριά γύφτισσα, με τις βαθιές ρυτίδες να αυλακώνουν το πρόσωπό της. Τη φοβόμασταν! Μαυριδερή, ρυτιδιασμένη και με ένα χρυσό δόντι. Κάπνιζε! Παράξενο θέαμα για μας τότε. Είχε και ένα μεγάλο ταγάρι στον ώμο της, που στα κρυφά προσπαθούσαμε να υπολογίσουμε αν χωράμε μέσα του. Ήξερε η γριά οτι ενοχλούσαμε τη μαμά με τα παιχνίδια μας στη σαπουνάδα και τα νερά και μας έσκιαζε οτι θα μας βάλει στο σακούλι να μας πάρει στη σκηνή της. Βολευόταν και η μαμά με το φόβο μας και μόλις την έβλεπε τη φώναζε. Εκείνη ερχόταν..., εμείς εξαφανιζόμασταν. Οι δυό γυναίκες μοιράζονταν τον πόνο τους. Και ή μία η άλλη είχαν χάσει από ένα γιο. Στο αρχείο της μνήμης αυτές οι εικόνες είναι μοιραία αρχειοθετημένες μαζί. Συνειρμική αλυσίδα: Κρίνος/σκάφη/σαπουνάδες/Σουλτάνα/σακούλι. Σε κείνη τη γωνιά των κρίνων έπεσε τσιμέντο και έγινε σκαλοπάτι. Εξαφανίστηκαν οι κρίνοι για χρόνια , για να εμφανιστούν πολύ πολύ αργότερα, , λίγο πιο πέρα από την πόντα του τελευταίου σκαλουνιού, λίγο πριν φύγει η μαμά. Παράξενη αυτή η λάθρα επιβίωση. Και θαυμαστή!

Οι τρομπέτες των Αγγέλων! Και αυτές από το πατρικό της και αγαπημένες. Ήρθαν πιο πρόσφατα στην αυλή μας και δεν συνδέονται με παιδικές μνήμες, παρά μόνο με το μέρος από όπου ήρθαν. Το λυόμενο σπίτι της γιαγιάς και ο πανέμορφος κήπος της! Φωτογραφίες με τα ξαδέλφια κάτω από τις λευκές τρομπέτες.

Εκατόφυλλη τριανταφυλλιά! Την είχε φέρει και αυτή η μαμά από το πατρικό της, σαν ήρθε νύφη στο σπίτι της πεθεράς της. Δυστυχώς, κάτι πήγαινε στραβά και ενώ είχε πολλά πολλά μπουμπούκια, ποτέ δεν άνοιγαν. Δεν την είχαμε δει ποτέ να ανθίζει. Κάθε χρονιά έλπιζε οτι τούτη την Άνοιξη θάναι αλλιώς και θα ανθίζαν τα μπουμπούκια. Τίποτα! Ξεραινόντουσαν με το που έσκαγε η ροζ μυτούλα τους. Το πήρε απόφαση οτι του κάκου την πότιζε - δεν είχαμε και τρεχούμενο νερό τότε, από το πηγάδι το κουβάλιε με τσι λάτες- και την κλάδεψε από τη ρίζα για να τσιμενταριστεί η αυλή. Με χρόνους και καιρούς, μέσα από μια μικρή χαραμάδα, μια μικρή ρωγμή στην άκρη της αυλής, ξεπήδησε ένα βλασταράκι. Μετά δεύτερο και τρίτο. Συγκινήθηκε η μάνα μας και με αυτών τη λάθρα παρουσία τους, την ετσιθελική , την πεισματάρικη και θαυμαστή. Τόσο καιρό επιβίωσαν κάτω από τη τσιμεντένια πλάκα, χωρίς νερό, χωρίς φως, σαν σε τάφο. Τι στο καλό! Η δύναμη της φύσης, της ζωής, σε πείσμα όλων, πάντα από παντού θα ξεπηδάει! Τους έδωσε μια δεύτερη ευκαιρία! Έσπασε το τσιμέντο, τα πότιζε και τα φρόντιζε με πολλή τρυφερότητα. Βρήκε και κάποιο λίπασμα, τα ράντισε και με κάποιο φάρμακο που της είπαν και...ανταμείφθηκε με άπειρα εκατόφυλλα τριαντάφυλλα.
Σήμερα μόνο οι βροχές φροντίζουν τα φυτά που ανθίζουν την Άνοιξη. Και όμως! Συνεχίζουν να ανθίζουν! Ευτυχώς!

17/3/10

Μάθημα Σολφέζ και οβρίες



Έι, ψιιιτ! Εδώ είμαι! Επέστρεψα στο ...μπλογκ. Πάνω από μήνα (οι λόγοι πολλοί) το έχω παρατημένο να παραδέρνει με παλιές αναρτήσεις στις ιντερνετικές παλίρροιες. Αλλά σήμερα, σαν προκομένη που (δεν) είμαι, ήθελα να φτιάξω αγκινάρες παραγιομιστές και πήγα στη Λαϊκή για μάραθα. Και τι νομίζετε οτι βρήκα; Ε, ναι, βρήκα αγκινάρες και μάραθο (μόνο ένας το είχε) αλλά βρήκα και Ο β ρ ί ε ς. Μάλιστα οβρίες! Με το που είδα το ματσέτο σήκωσα ερωτηματικά το φρύδι. ''Οβρίες!'' μου λέει ο μαιτρ. ''Θέλω!'' λέω. Για χάρη του ματσέτου με τσι οβρίες, νάαααμαι και από δω! Πως; Πως συνδέονται με το μπλογκ; Α, ναι! Συνδέονται, συνδέονται! Και να πως!
Στην προηγούμενη ανάρτηση είχα πει οτι θα έγραφα για ένα πρόσωπο που ενώ ευεργέτισε το χωριό μου και γενικά τα χωρία του κάμπου, όλοι την εχουν ξεχάσει. Ναι, πρόκειται για μια κυρία: Την κυρία Αγγελική Κολυβά ή Κολυβού όπως την λέγαμε.
Η Αγγελική Κολυβά, είχε χάσει τον αδερφό της -ήταν αξιωματικός σε κάποιο σώμα (συγνώμη που δεν θυμάμαι σε ποιό) και είχε αφιερώσει τη ζωή της και τη περιουσία της στο να δημιουργήσει κάτι σημαντικό και ωφέλιμο για τη μνήμη του. Αποφάσισε να χτίσει ένα Ωδείο ώστε και τα παιδιά της υπαίθρου να μάθουν (εντελώς δωρεάν) μουσική, χορό, τραγούδι, θέατρο και να έρθουν σε επαφή με την τέχνη, την ζακυνθινή παράδοση,την κουλτούρα, τον πολιτισμό. Ένα Ωδείο όπου θα γινόταν κέντρο Πολιτισμού και Τεχνών και θα συνέβαλλε στην καλλιέργεια του πνεύματος της μαθητιώσας νεολαίας.
Υστερα από άκαρπες; αναζητήσεις κατάλληλου οικοπέδου στο χωριό της, το Σκουληκάδο, κατέληξε στον Αγγερικό. Αγόρασε το οικόπεδο, και ξεκίνησε και η θεμελίωση του Ωδείου. Σύσσωμο το δημοτικό σχολείο βρέθηκε εκεί για την δεντροφύτευση. Ναι, κάποιες από τις λεύκες που βλέπετε σήμερα, τις έχουμε φυτέψει εγώ και η αδελφή μου! Ανυπομονούσαμε να τελειώσει και να γίνουν τα εγκαίνια. Η μαμά, σαν η μοναδική μοδίστρα του χωριού, που ήταν, είχε αναλάβει να ράψει τις κουρτίνες. Βαρύ βελούδο! Αμέτρητα μέτρα! Βαθύ κόκκινο! Ο Κουφογιάννης από τα Λαγκαδάκια δάσκαλος για τα έγχορδα: Κιθάρες, μαντολίνα, μάντολες. Ο Σαμψαρέλλος από τη χώρα για τα πνευστά: Αμφώνιο (παναθεμά το, μεγαλύτερο από μένα ήταν), κορνέτες, κλαρίνα κ.α. Από την Πάτρα είχε φέρει ένα δάσκαλο για πιάνο και σολφέζ. Το μόνο βαρετό μάθημα ήταν η θεωρία της μουσικής και οι ορισμοί για allegro κλπ. Κάθε απόγευμα πρόβες, πρόβες για τα εγκαίνια, για τη χριστουγενιάτικη γιορτή, για απόκριες, για κάθε εκδήλωση. Μαθητές από το δικό μας και τα γύρω χωριά: Σαρακηνάδο, Λαγκαδάκια, Καλλιπάδο, Χουρχουλίδι κλπ. Άλλοι στη μαντολινάτα, άλλοι στη χορωδία, στο θεατρικό για χριστουγεννιάτικα κάλαντα κλπ και άλλοι στο χορό (κυρίως ενήλικες) για τσι απόκριες: Καντρίλιες. Δάσκαλος ο Κεφαλληνός, ο γυμναστής. (Στις φετινές απόκριες άκουσα οτι μόνο στη Λευκάδα και στη Κέρκυρα υπάρχει χορευτικό συγκρότημα για καντρίλιες. Που να ξεραν οτι πριν 30 χρόνια έγινε μια προσπάθεια από την Κολυβά για αναβίωσή τους) Μάθαμε και λανσιέρηδες; (δεν θυμάμαι καλά) με change le dam* (αλλάξτε ντάμες). Μάλλον δεν έκανα πολλά μαθήματα εδώ. Ενώ στις καντρίλιες!!! Χορέψαμε με μακρυά μεσαιωνικά φορέματα που μας είχε ράψει η μαμά. Λοιπόν για την Κολυβά ήθελα να πω και πάλι στη μαμά καταλήγω. Επανέρχομαι στο θέμα μου. Στο Ωδείο της Αγγελικής Κολυβά, πολλά παιδάκια και γονείς, ήρθαν σε επαφή με τη μουσική, τη τέχνη, τη παράδοση. τον πολιτισμό. Για πολλά άλλαξε η ζωή τους και έγιναν μουσικοί. Στο τεράστιο οικόπεδο που αγόρασε, χτίστηκε το Τεχνικό Λύκειο, ''οι σχολές'' όπως λέμε.
Σήμερα! Το Ωδείο εγκαταλείφθηκε στη φθορά του χρόνου και στο τέλος κατεδαφίστηκε ως ακατάλληλο. Μάλλον οι διάφοροι εργολάβοι, την είχαν κατακλέψει. Απ΄ότι διαβάζω και στην ''Ημέρα τση Ζάκυθος'' και οι σχολές δεν είναι σε καλύτερη κατάσταση από θέμα ασφάλειας.
Σήμερα! Κανείς δεν θυμάται την Κολυβού! Ούτε ένας δρόμος , ούτε ένα παλιοκάντουνο δεν φέρει το όνομά της, ούτε καν μνεία σε κάποια επιγραφή. Τίποτσις και κανείς!

Α, πάλι λησμόνησα τσι οβρίες...
Λοιπόν, ο δάσκαλος του Σολφέζ , όπως εγραψα, ήταν από την Πάτρα.*** Κάποιο παιδάκι**, Απρίλης θάτανε, τούφερε ρεγκάλο ένα μάτσο οβρίες. Ο δάσκαλος, άμαθος καθώς φαίνεται για τα της χλωρίδας τα βρώσιμα, και συνηθισμένος σε μαθητικές καζούρες, νόμισε οτι αυτά τα άσχημα αγριόχορτα του τα πρόσφεραν αντίς για ανθοδέσμη και θυμωμένος τα άρπαξε και τα πέταξε όξω από το παρεθύρι, στο χωράφι! Για καιρούς ήταν το ανέκδοτο του χωριού. ''ωρέεε, ακούς εκεί, να πετάξει τσι οβρίες απο το παρεθύρι;!
*Πως στο καλό γράφεται αυτό στα γαλλικά;
** Δεν ήμουν εγώ αυτό το παιδάκι, γιατί ως φάλτσα, μόλις με άκουσε, με έδιωξε. Οχι, δεν ήμουν εγώ!
***Κική, ελπίζω να μην είναι κάποιος γνωστός σου!
***** Η πρώτη φωτογραφία είναι από www.laspistasteria.wordpress.com

10/12/09

Πάμε για λάχανα...


Η μικρή μου πριγκίπισσα είναι άρρωστη και βασική ύποπτη για τη μοδάτη νόσο. Είμαστε και οι δύο μας κλεισμένες καραντίνα στο αστικό μας διαμέρισμα και ενώ τις πρώτες μέρες βρίσκαμε διάφορα να κάνουμε για να περάσει η ώρα, τώρα έχει αρχίσει η ανία να εισβάλει στον μικρόκοσμό μας... Πόσα παραμύθια να πούμε; Πόσα dvd να δούμε; Πόσες ζωγραφιές να κάνουμε; Πόσα δέντρα να στολίσουμε; Πόσες κούκλες να ντύσουμε πριγκίπισσες; Πόσα κεκάκια και τσαγάκια να φτιάξουμε στην κουζινίτσα της; Πόσους ρόλους να υποδυθούμε στο αυτοσχέδιο κουκλοθέατρο;

Tο μυαλό μου αρνείται πλέον να προσπαθεί να βρει κάτι καινούριο για να διασκεδάσουμε και όλο και πιο συχνά δραπετεύει σε τόπους αγαπημένους, καταπράσινους και υγρούς και τυλιγμένους στην πρωινή πάχνη ή στο πούσι και στις τουλούπες καπνού από τα τζάκια και τις ξυλόσομπες που καίνε ξύλο ελιάς και αμπελόβεργα.

Με βλέπω να διαβάζω στη κρύα κάμαρα και κρυφακούω τη μαμά μου και τις θείες μου να λένε εμπιστευτικά η μία στην άλλη οτι στο τάδε μέρος τση Βάρτας γιομίσανε δύο μαλαθούνια με λάχανα κάθε λοής στο μινούτο. Μετά το μεσημέρι θα πάνε πάλε. Η Λούλα δεν αδειάζει έχει υφάδι στον αργαλιό. Η νόνα την παροτρύνει να πάει και θα τση καθαρίσει αυτή τα λάχανα. Σαν τις Σταχομαζόχτρες στον πίνακα του Ζ. Φ. Μιλλέ σκύβουν πάνω από τσι έρμπες και με ένα μαχαιράκι κόβουν λίγο πάνω από τη ρίζα τους. Το απόγευμα γυρίζουν με τα μαλαθούνια και τσι ποδίες γιομάτες με ραδίκια διαφόρων ειδών, χειροβότανα, ασγαρατζούς, αληλούιες, καυκαλίδες, ζοχιούς, πικραλίδες και λίγες μολόχες (αναρωτιέμαι αν τα λάπατα και τα λάπαθα συγχρονίζονται με την παραπάνω χλωρίδα). Η νόνα παίρνει τη μεγάλη και κατάμαυρη από τη γάνα παδέλα και τη βάζει πάνω στη πυροστία στη φωτία με νερό να βράσει, ενώ όλες μαζί οι γυναίκες καθαρίζουν τα λάχανα. Το βραδυνό για όλη τη γειτονιά, έχει ετοιμαστεί. Μερικές σαρδέλλες θα το συνοδέψουν.


Κάποια χρόνια αργότερα, σε αιφνίδια χειμωνιάτικη επίσκεψη στο νησί, αναρρωτιόμαστε με τι να δειπνήσουμε. ''Μπριζόλες'', λέει κάποιος. ''Με πατάτες;'' Χμ, δεν μας πολυενθουσιάζει. ''Με λάχανα;'' προτείνει η νύφη μου. ''Τέτοια ώρα;'' εμείς, οι επισκέπτες. ''Βάλε τη κατσαρόλα πάνω και σε λίγο έφτασα...'' απαντάει. Μέχρι να βράσει το νερό τα λάχανα που φυτρώναν λίγο πιο πέρα από την αυλή της σε κάποιον όχθο, είχαν μαζευτεί και καθαριστεί. Στίψαμε μπόλικο λεμονάκι και είχαμε ένα βασιλικό δείπνο με ντόπιες μπριζόλες στα κάρβουνα, πατατούλες δικής μας παραγωγής, όπως και το λαδάκι και βέβαια τα νοστιμότατα αγριόχορτα απο τους τράφους και τους γύρω όχθους!
Τη ζήλεψα γι αυτή την άμεση ικανοποίηση των γευστικών επιθυμιών μας...!


Άντε, κοριτσάκι μου, να γίνεις καλά να πάμε στη λαϊκή να πάρουμε μία βρασία λάχανα, γιατί αν είναι να πάμε για λάχανα στη Ζάκυνθο, πρέπει να έχω και μία φυτολογική εγκυκλοπαίδια μαζί μου για να ξέρω τι μαζεύω ή το πολύ πολύ να ζαλίζω τη θεία Λούλα, όπως κάθε φορά ''Θεία, αυτό τι είναι; τρώγεται;''
Αλλά πάλι, και αυτά τα τεράστια, άγευστα χόρτα που πουλάνε για ραδίκια στη λαϊκή, καμμιά σχέση δεν έχουν με τα δικά μας ραδικάκια.!

Πάμε για λάχανα;
Τι; Θες, να παίξουμε monopoly....;....;....;

12/11/09

Άρωμα...γαζίας, άρωμα μανούλας!


Απογευματάκι με λιακάδα, στο πάρκο της γειτονιάς μας. Μαζί με την αδελφή μου περπατάμε στα λιθόστρωτα μονοπατάκια. Τα παιδιά μας τρέχουν προς την παιδική χαρά. Είναι τόσο όμορφες αυτές οι Νοεμβριάτικες λιακάδες! Η γη έχει πρασινήσει, η σκόνη του καλοκαιριού έχει ξεπλυθεί από τις βροχές των προηγούμενων ημερών και ζωηρά χρώματα μας περιτριγυρίζουν. Χρυσάνθεμα, χρυσάνθεμα, χρυσάνθεμα! Σε ότι χρώμα, και ποικιλία μπορείς να φανταστείς. Πανέμορφα! Συμφωνούμε και οι δύο για τις ομορφιές γύρω μας και επιταχύνουμε το βήμα για να προλάβουμε τα μικρά, όταν...κοντοστέκομαι και της λέω ''Άκου μυρουδιά'' (ναι, εμείς στη Ζάκυνθο, τις ακούμε τις μυρωδιές και τις μοσκάδες, δεν τις μυρίζουμε) "Γαζίααα'' και κοιταζόμαστε. Στα γρήγορα ψάχνουμε για το δέντρο που τα κίτρινα άνθη του γαργάλισαν με το γλυκό τους άρωμα τις μύτες μας και ξύπνησαν μνήμες παιδικές, με ασπροσέντονα, εσώρουχα και σουρτάρια που μοσκοβόλαγαν γαζία και τη μαμά να μας τυλίγει με μεγάλες πετσέτες, γλυκά και διακριτικά αρωματισμένες! Κόβουμε από μερικά ανθάκια. Θα τα βάλουμε σε πουγκάκια από μπομπονιέρες και θα τα κρύψουμε στα σουρτάρια με τα ασπρόρουχα των παιδιών μας, για να αρωματίσουμε τα όνειρά τους και τα ρουχαλάκια τους.
Έτσι έκανε και η νόνα μας και η μαμά μας....

8/5/09

Πόσα παιδιά;




 Σήμερα.

 Πρωί.

Εχω αφήσει τα παιδιά στο σχολείο και επιστρέφω στο σπίτι περπατώντας, βυθισμένη στον εσωτερικό μου μονόλογο.
Ο καιρός καλός με ηλιοφάνεια και πρόσκαιρες νεφώσεις, το ίδιο και οι σκέψεις μου: ο Παναγιώτης κρύωνε, έπρεπε να του βάλω μακρυμάνικη μπλούζα,
 δεν έπρεπε ν' αφήσω την Διονυσία να βάλει πέδιλο, 
ελπίζω ο μπάρμπας μου ο Νιόνιος να μη μου καθυστερήσει τα βιβλία που του δάνεισα και το κυριότερο μη τα απαρατήσει πουθενά όξω και βραχούνε όπως πέρυσι, που απαράτησε την Ιλιάδα μου απάνου στην καλύβα του πεύκου. Γέρασε και αυτός και άρχισε να λησμονάει,
ο Παναγιώτης πάλι άρχισε να βάζει τα κλάμματα, ...για ασήμαντο λόγο. Να πω στην Χριστίνα να δώσει έμφαση στη διαχείρηση των συναισθημάτων.
Να ψάξω για pecs;
Να του φτιάξω μία ιστορία;
Μπα! σε μία βδομάδα θα πάμε Ζάκυνθο, εκεί πάντα αναγεννιέται και αναγεννιέμαι, είναι η ''Τάρα'' μου, η μήτρα (που μέχρι να πεθάνω θα με κυοφορεί, δεν κόβεται αυτός ο ομφάλιος λώρος), το λύκνο μου!
Καθώς περπατώ, ένα αγριόχορτο που φύτρωσε στην άκρη του πεζοδρομίου αγγίζει την άκρη του χεριού μου και γώ ασυναίσθητα αρχίζω να το τραβολογάω. Το μάδησα. Κοιτάζω το χέρι μου, ...έχει γεμίσει αγριοβρώμη! Ψάχνω κάποιον περαστικό, να του τη πετάξω στη πλάτη, ...να δω πόσα θα σκαλώσουνε και πόσα παιδιά θα κάμει! 
Χαμογελώ που το θυμήθηκα και μελαγχολώ αμέσως, ...γιατί θυμήθηκα και τη μάνα μου, που πάντα τον Θεριστή γύρναγε από κάτου (από τα κτήματα  και τα χωράφια) και ήταν γεμάτη η μπλούζα της από δαύτα!