Για να πω την αλήθεια, νοικοκυρά με την κλασική έννοια του όρου, δεν είμαι! Και για να είμαι απολύτως ειλικρινής, όχι μόνο με την κλασική δεν είμαι, αλλά ούτε και με την σύγχρονη. Οι δουλειές του σπιτιού μου φαίνονται αγγαρεία και κακόγουστο καψόνι. Τιμωρία του Ταρτάρου! Εκεί που έχεις φτύσει αίμα και έχεις ιδρωκοπήσει για να τα καθαρίσεις και να τα σεστάρεις όλα, να, έρχεται το φλιτζάνι του συντρόφου και σου χαλάει τη γυάλιση του νεροχύτη. Μετά από μισή ώρα, να και το πιατάκι του σνακ! Κάνεις να ανοίξεις το πλυντήριο πιάτων για να εξαφανίσεις τις παραφωνίες που φυτρώνουν ανά δεκάλεπτο και γλιστράς πάνω στο υπόλοιπο της μπανάνας που τα βλαστάρια σου ελαφριά τη καρδία προσγείωσαν στο καλογυαλισμένο σου πάτωμα. Τρέχεις για τη σφουγγαρίστρα και πέφτεις πάνω σε παιχνίδια που σου πήρε μια ώρα να μαζέψεις και να κρύψεις στα κουτιά τους. Σκύβεις να τα μαζέψεις, αφού κανένα τέκνο δεν παίζει μαζί τους, και όπως με κόπο σηκώνεις τη μεσούλα σου, που από τις πολλές επικύψεις κοντεύει να κοπεί, με την άκρη του ματιού σου βλέπεις οτι ένας τρομερός μαξιλαροπόλεμος βρίσκεται εν εξελίξει. Ε, τότε φωνάζεις ή δε φωνάζεις; Φωνάζεις! Τα γλυκούλια σου, σαν καλά και υπάκουα παιδάκια που είναι κατεβαίνουν από τον καναπέ τρέχοντας και εσύ για άλλη μια φορά ξαναμαζεύεις και τακτοποιείς τα μαξιλάρια. Δεν προλαβαίνεις να βάλεις το πρώτο στη θέση του και ακούς ένα γκαπ γκαπ και σε κλάσμα δευτερολέπτου, άλλο ένα γκαπ γκαπ. Τα υπάκουα παιδάκια σου αποφάσισαν να παίξουν κυνηγητό και όρισαν ως τέρμα το τζάμι που με λύσσα προσπάθησες να κάνεις αόρατο. Τα αποτυπώματα από τέσσερις μικρές παλάμες σε χαιρετούν! Η΄μήπως σε μουτζώνουν; Υπομονή! Που θα πάει; Θα τελειώσεις κάποια στιγμή. Πόση δουλειά έχεις ακόμη; Δεν είναι δυνατόν! Το σπίτι είναι στο ίδιο χάλι που βρισκόταν το πρωί. Μα τι κάνεις όλη μέρα; Και γιατί είσαι τόσο κουρασμένη αφού δεν κάνεις τίποτα; Ξεκίνα πάλι από την αρχή για μια ακόμη αιωνιότητα. Γι αυτό λέω, μαρτύριο των Ταρτάρων τα οικιακά. Συνεχώς γύρω από την ουρά μας τρέχουμε σαν το σκύλο ή σαν τα υποζύγια στο μύλο, κάθε μέρα για αιώνες! Δεν το αντέχω και λουφάρω. Αν μπορώ να τις αποφύγω τις αποφεύγω. Αν μπορώ να λουφάρω, λουφάρω. Τα απολύτως αναγκαία, όσα βλέπει η πεθερά και ίσα ίσα να λειτουργεί ο οίκος.
27/5/11
Λούφα και οικοκυρική
Για να πω την αλήθεια, νοικοκυρά με την κλασική έννοια του όρου, δεν είμαι! Και για να είμαι απολύτως ειλικρινής, όχι μόνο με την κλασική δεν είμαι, αλλά ούτε και με την σύγχρονη. Οι δουλειές του σπιτιού μου φαίνονται αγγαρεία και κακόγουστο καψόνι. Τιμωρία του Ταρτάρου! Εκεί που έχεις φτύσει αίμα και έχεις ιδρωκοπήσει για να τα καθαρίσεις και να τα σεστάρεις όλα, να, έρχεται το φλιτζάνι του συντρόφου και σου χαλάει τη γυάλιση του νεροχύτη. Μετά από μισή ώρα, να και το πιατάκι του σνακ! Κάνεις να ανοίξεις το πλυντήριο πιάτων για να εξαφανίσεις τις παραφωνίες που φυτρώνουν ανά δεκάλεπτο και γλιστράς πάνω στο υπόλοιπο της μπανάνας που τα βλαστάρια σου ελαφριά τη καρδία προσγείωσαν στο καλογυαλισμένο σου πάτωμα. Τρέχεις για τη σφουγγαρίστρα και πέφτεις πάνω σε παιχνίδια που σου πήρε μια ώρα να μαζέψεις και να κρύψεις στα κουτιά τους. Σκύβεις να τα μαζέψεις, αφού κανένα τέκνο δεν παίζει μαζί τους, και όπως με κόπο σηκώνεις τη μεσούλα σου, που από τις πολλές επικύψεις κοντεύει να κοπεί, με την άκρη του ματιού σου βλέπεις οτι ένας τρομερός μαξιλαροπόλεμος βρίσκεται εν εξελίξει. Ε, τότε φωνάζεις ή δε φωνάζεις; Φωνάζεις! Τα γλυκούλια σου, σαν καλά και υπάκουα παιδάκια που είναι κατεβαίνουν από τον καναπέ τρέχοντας και εσύ για άλλη μια φορά ξαναμαζεύεις και τακτοποιείς τα μαξιλάρια. Δεν προλαβαίνεις να βάλεις το πρώτο στη θέση του και ακούς ένα γκαπ γκαπ και σε κλάσμα δευτερολέπτου, άλλο ένα γκαπ γκαπ. Τα υπάκουα παιδάκια σου αποφάσισαν να παίξουν κυνηγητό και όρισαν ως τέρμα το τζάμι που με λύσσα προσπάθησες να κάνεις αόρατο. Τα αποτυπώματα από τέσσερις μικρές παλάμες σε χαιρετούν! Η΄μήπως σε μουτζώνουν; Υπομονή! Που θα πάει; Θα τελειώσεις κάποια στιγμή. Πόση δουλειά έχεις ακόμη; Δεν είναι δυνατόν! Το σπίτι είναι στο ίδιο χάλι που βρισκόταν το πρωί. Μα τι κάνεις όλη μέρα; Και γιατί είσαι τόσο κουρασμένη αφού δεν κάνεις τίποτα; Ξεκίνα πάλι από την αρχή για μια ακόμη αιωνιότητα. Γι αυτό λέω, μαρτύριο των Ταρτάρων τα οικιακά. Συνεχώς γύρω από την ουρά μας τρέχουμε σαν το σκύλο ή σαν τα υποζύγια στο μύλο, κάθε μέρα για αιώνες! Δεν το αντέχω και λουφάρω. Αν μπορώ να τις αποφύγω τις αποφεύγω. Αν μπορώ να λουφάρω, λουφάρω. Τα απολύτως αναγκαία, όσα βλέπει η πεθερά και ίσα ίσα να λειτουργεί ο οίκος.
3/4/11
Έστησε ο Έρωτας χορό..
Αμάν με αυτό το γλυκό κουταλιού... τόσους μήνες που το έχω αναρτημένο, έχει ζαχαρώσει πια!
Και ενώ δεν έχω χρόνο (λόγω διαβάσματος του τέκνου που μου βγάζει τη ψυχή για να γράψει μια σειρά αντιγραφή), είπα να αποσύρω αυτές τις βουτυρωμένες φρυγανιές με άλειμμα μαρμελάδα βατόμουρο (δεν αντέχω άλλο να τις βλέπω) και να ευχηθώ έστω...
Καλό μήνα, ηλιόλουστο και ανθηρό, χωρίς πολλές αλλεργίες...
Μήνας για να ερωτευθείτε υπάρξεις, χρώματα, ήχους και αρώματα... στη Ζάκυνθο ή όπου αλλού η Άνοιξη, ο Απρίλης με τον Έρωτα στήνει χορό...
5/10/10
Στη κουζίνα ολοταχώς...
Το ότι θα έγραφα οτιδήποτε που να αφορά στην άσπονδη ή επιστήθια φίλη κάθε νοικοκυριού, τη κατσαρόλα , ε, δεν το περίμενα! Όχι γιατί δεν μαγειρεύω, μαγειρεύω και μάλιστα όταν έχω κέφια, αρκετά καλά. Τις περισσότερες όμως μέρες ή τεμπελιάζω ή δεν έχω χρόνο, οπότε το καλό φαγητό και εγώ σπανίως συναντιόμαστε. Τα παιδιά μου είναι λιγόφαγα και με συγκεκριμμένες προτιμήσεις. Το ίδιο και ο άντρας μου. Το μενού μας περιλαμβάνει συνηθισμένα φαγητά που εμφανίζονται εναλλάξ μέσα στη βδομάδα. Ζυμαρικά, όπου πατήρ και τέκνα τα προτιμούν σκέτα (κλαψ, εγώ τα θέλω με τη σαρτσούλα τους) όσπρια, όπου τα παιδάκια μας δεν τα τρώνε καθόλου και τα σιτίζω με πατάτες τηγανητές και αυγουλάκι, ψαράκι ψητό, μπριζολίτσες (γιατί να μη τους αρέσει το κοκκινιστό;) Τώρα, εγώ γιατί να λερώσω ένα σκασμό αγγειά για να φτιάξω παστίτσιο που κανένας τους δεν θα φάει και θα πρέπει να το καταναλώσω μόνη μου; (η αλήθεια είναι οτι πάσχει λίγο η μπεσαμέλ μου, αλλά κατά τα υπόλοιπα είναι πεντανόστιμο) Η μόνη περίπτωση που δίνω ρεσιτάλ μαγειρικής τέχνης και ικανότητας είναι όταν έχω καλεσμένους. Με κάθε μπουκιά που τρώνε βογγάνε από την ευχαρίστηση (μην ακούτε τον άντρα μου που λέει οτι βογγάνε από τους πόνους στο στομάχι, με διαβάλλει ως συνήθως). Τις περισσότερες φορές τα πιάτα τους ξαναγεμίζουν ξανά και ξανά (ε, και όχι καλέ μου, οι φίλοι μου δεν έχουν το σύνδρομο της κατοχής και ούτε πεινασμένοι είναι, ούτε λιγούρηδες, απλά οι γαστρονομικές σου προτιμήσεις θυμίζουν μενού νοσοκομείου και ...πως να το κάνουμε...,ε, να...ευνουχίζεις το μαγειρικό μου ταλέντο... Πίτες;)
Στο θέμα κουζίνα, η αχχίλειος φτέρνα μου είναι τό.... αλεύρι. Όποια συνταγή εμπλέκει αυτό το συστατικό, γίνεται το Βατερλό μου. Λασπωμένες πίτες και πίτσες, μπεσαμέλ αδιάφορη, κολοκυθάκια με κουρκούτι χάλια κλπ. κλπ. ήττες.
Αν όμως, στα περισσότερα φαγητά και ειδικά στα ζακυνθινά, δρέπω δάφνες (εντάξει, τα καταφέρνω καλά, ήθελα να γράψω -αμέσως, μη χάσεις, να μου πεις για τη προπέρσινη πιπεράδα με φασόλια, εσύ), η μεγάλη ήττα είναι στη ζαχαροπλαστική. Οι περισσότερες συνταγές έχουν αλεύρι! Χρόνια τώρα προσπαθώ να φτιάξω ένα κέικ της προκοπής! Τίποτα! Αφού, πλέον τα παιδιά μου έμαθαν να το τρώνε λασπωμένο! Λόγω ανικανότητας με ζαχαροπλαστική και παρασκευή γλυκών δεν καταπιάνομαι. Το αποτέλεσμα είναι προκαθορισμένο: ΑΠΟΤΥΧΙΑ!
Μέχρι που στο βιβλίο της Μαρίας Φιορεντίνου ''Παραδοσιακή Ζακυνθινή Κουζίνα'' είδα μια συνταγή για μαρμελάδα βατόμουρο. Μου φάνηκε εξαιρετικά απλή! Άλλωστε απέχοντας, λόγω ηττοπάθειας, από ό,τι έχει σχέση με τη ζαχαροπλαστική δεν είχα καταπιαστεί ποτέ με μαρμελάδες και γλυκά κουταλιού. Γιατί όχι λοιπόν; Αλεύρι δεν περιλαμβάνεται! Μια και δυο παίρνω τα παιδιά μου και ένα μαλαθούνι και πάω στο κτήμα. Θυμόμουν οτι σε κάποιους όχθους φύτρωναν βάτα. Πράγματι! Τα βάτα είχαν αγκαλιάσει (πνίξει μάλλον) τη λιανοσυκιά. Τα μωρά μου ενθουσιάστηκαν που είδαν πως είναι τα βατόμουρα (καιρό τώρα άκουγαν το τραγούδι της Ντόρας και το τραγουδούσαν ''πά με για βα τό μου ρα, θα μα ζέ ψω τα ζου με ρά" Μη φανταστείτε οτι γέμισα το καλάθι. Μια χούφτα μάζεψα. Δεν πτοήθηκα όμως! Η συνταγή έλεγε ίση ποσότητα φρούτου και ζάχαρης. Στο σπίτι, κατευθείαν στη κουζίνα και σε ένα μεσαίο κατσαρολάκι άρχισα να ανακατεύω τα δύο υλικά μου. Μμμ! Τι υπέροχο χρώμα που πήρε η ζάχαρη καθώς το φρούτο άρχιζε να λειώνει! Ακολούθησα τη συνταγή κατά γράμμα! Έβαλα την αλμπαρόριζα και λίγο πριν να δέσει, το χυμό μισού λεμονιού. Θαυμάσιο χρώμα! Θαυμάσια ρευστότητα! Το έσβησα και πήγα να δω τι κάνουν τα διαολόπαιδα και γελάνε (με το Στέφανο παρέα έγιναν μαέστροι στη τσερδελιά). Επιστρέφω για να δοκιμάσω τη δια χειρός μου γλυκιά δημιουργία. Καταστροφή! Που είναι η θαυμάσια ρευστότητα της μαρμελάδας μου; Μπροστά μου είχα είνα κοκκαλωμένο πράγμα που θύμιζε στην υφή καραμέλα. Τρέχω στη θεία μου. ''...μα είμαι εντελώς άχρηστη θεία Λούλα;'' ''όχι ψυχή μου, αλλά επειδή φέτος είχε ανομβρία δεν θάχανε πολλά ζουμιά να βγάλουνε για αυτούνο σου κοκκάλωσε. Βάλε του λίγο νερό, να σε χαρώ, και ανακάτευέ το να δέσει πολύ ελαφρά. Έτσι και έκανα! Και βλέπετε το αποτέλεσμα! Μούρλια δεν είναι;
8/9/10
Βόλτα στα καντούνια τση χώρας
Υ.Γ.1
Στη δημόσια βιβλιοθήκη που επισκεφθάκαμε εκείνο το πρωινό, πληροφορηθήκαμε με χαρά οτι σε λίγους μήνες θα ξαναεκδοθεί το ''Λεξικόν Ιστορικόν και Λαογραφικόν Ζακύνθου'' του Λεωνίδα Ζώη (το βρήκα και σε pdf στο διαδίκτυο). Μακάρι, μακάρι, να το δούμε και τυπωμένο!!!
Υ.Γ. 2
Από το προηγούμενο καλοκαίρι είχα βάλει στο μάτι το βιβλίο της Μαρίας Φιορεντίνου ''Παραδοσιακή Ζακυνθινή Κουζίνα''. Ευελπιστούσα οτι θα μου το έκανε δώρο ο άντρας μου, αλλά αφού πέρασε ένας χρόνος και δεν...αποφάσισα να μου το κάνω εγώ δώρο.
Το αγόρασα λοιπόν εκείνο το τεμπέλικο πρωινό που βολτάραμε στη πόλη.
Ένα έχω να πω (για την ακρίβεια δύο)! Είναι απίστευτα πλήρες! Είναι
ά π αι χ τ ο !!!!!!!
Σε επόμενη ανάρτηση θα πω περισσότερα για αυτό το (συλλεκτικό!) βιβλίο που είναι ένα πολιτιστικό ταξίδι στις γεύσεις και στα ήθη αλλοτινών εποχών και ίσως (ακόμη) και του σήμερα
31/7/10
Στου Βούλτσου τα μουράγια!!!
Εθιμοτυπικά, δύο ή τρεις φορές, κάθε καλοκαίρι πηγαίνουμε στη Κεφαλόβρυσο για χορταράκια* και αχινέους. Με άφθονες κροκάλες, χωρίς ιδιαίτερη αμμουδιά και με βράχια και βραχάκια έξω στα ρηχά (όπου και τα χορταράκια), είναι συνήθως κυματώδης, και ευτυχώς! η συγκεκριμένη παραλία δεν είναι από τους τουριστικούς πόλους έλξης. Οι ντόπιοι, όπως και εμείς μαζεύουν τα χορταράκια και τους αχινέους, ανάλογα με τη φάση του φεγγαριού (στη γιόμιση). Μετά από κάποια μέτρα απόστασης από την πετρώδη και βραχώδη ακτή και σε ικανοποιητικό βάθος για έναν άνθρωπο μετρίου αναστήματος, ο βυθός είναι αμμώδης. Το μπάνιο στα δροσερά και πεντακάθαρα νερά της είναι αναζωογονητικό. Στη σκιά του μουράγιου, μερικές οικογένειες θα μείνουν μέχρι το απόγευμα. Θα κολατσίσουν με λίγο φρέσκο ψωμί με λάδι, τυρί, ντομάτα. Ή με ο,τι έβγαλαν από τη μυρωδάτη θάλασσα! Μυρωδάτη θάλασσα! Πουθενά αλλού η θάλασσα δεν έχει τη μυρωδιά που έχει η Κεφαλόβρυσος. Αυτά τα φύκια (τα χορταράκια) που ξεβράζει το κύμα στην ακτή, μοσχοβολάνε. Το ρουθούνι και το πνευμόνι δεν χορταίνει να ρουφάει. Δεν αγαπώ ιδιαίτερα τις κοσμικές παραλίες που μυρίζουν αντηλιακό, ούτε μου αρέσει να ψήνομαι στον ήλιο. Λατρεύω να περιπλανιέμαι σε βυθούς με πλούσια χλωρίδα και πανίδα! Η Κεφαλόβρυσος είναι από τους τελευταίους παράδεισους, για τα μέτρα του νησιού, μια και οι περισσότερες παραλίες έχουν αμμώδη βυθό. Πριν ένα χρόνο όμως, κάπου εκεί πήρε το μάτι μου μπολντόζες, και με έζωσαν τα φίδια... μετά ακούστηκαν οι ψίθυροι...θα γίνει ξενοδοχείο...
‘’Πάμε το πρωί, για χορταράκια;’’ με ρωτάει και φέτος ο πατέρας μου. ‘’Και βέβαια θα πάμε! ‘’ Αγουροξυπνημένα τα παιδιά μου γκρίνιαζαν. Δεν έδωσα σημασία και τα έβαλα στο σαραβαλάκι του παππού. Προσπεράσαμε τη στροφή για Γάιδαρο, το Plagos, την Άμπουλα και στρίψαμε δεξιά για Κατραγάκι, όπως έγραφε η πινακίδα. Προορισμός μας του Βούλτσου τα μουράγια. Παλιά υπήρχε εκεί προβλήτα που πλέον έχει βυθιστεί. Προς μεγάλη χαρά των παιδιών και απορία για μας, στα αριστερά μας, πάνω από τα μουράγια υπάρχουν νεροτσουλήθρες. Νεροτσουλήθρες σε ερημική παραλία; Ερημική; Όχι πια! Τεράστεια ξενοδοχειακή μονάδα είναι πλέον σε λειτουργία. Ξύλινες ομπρέλες έχουν χωθεί στην άμμο! Άμμος; Που βρέθηκε τόση άμμος στην Κεφαλόβρυσο; Μα, ναι! Τον προηγούμενο χρόνο είχα δει φορτηγά να τη κουβαλάνε. Ποίος ξέρει από που; Ένας εργάτης ξεπετρίζει κοντά στα μουράγια. Καθαρίζει τη θάλασσα από τις πέτρες! Όπως κάνουμε δεκάδες χρόνια τώρα, εμείς και άλλοι ντόπιοι λουόμενοι, έχουμε αφήσει τα πράγματά μας στη σκιά του μουράγιου. Ξαφνικά πίδακες νερού ξεπετάγονται πάνω από τον όχθο και καταβρέχουν τις πετσέτες και τα ρούχα μας. Τα παιδιά κλαίνε, θέλουν κάτι στεγνό να βάλουν πάνω τους. Και οι τρεις διαφορετικές παρέες που καταβραχήκαμε αρχίζουμε να διαμαρτυρόμαστε. Οι υπάλληλοι του ξενοδοχείου κοιτάζουν απαθέστατα τις προσπάθειές μας να σύρουμε τα πράγματα μας πιο πέρα. ‘’Πρέπει να ποτίσουμε το γκαζόν’’ ‘’Οκ, να ποτίσετε το γκαζόν! Μα στις μία το μεσημέρι; Δεν μπορείτε βράδυ, ή χάραμα;’’ Δεν ίδρωσε το αυτί τους! Το πότισμα και οι ριπές του νερού συνεχίζονται. Παρατηρώ ότι σύρριζα του μουράγιου υπάρχουν τρία μπεκ, και μια άλλη σειρά βρίσκεται σύριζα με τον πλακόστρωτο διάδρομο που οδηγεί στις νεροτσουλήθρες. Αφού κάθε μπεκ έχει δύο εξόδους νερού, αυτό σημαίνει οτι από τη σειρά που είναι προς τη θάλασσα ο ένας πίδακας απλώς καταβρέχει τους ντόποιους λουόμενους με αποτέλεσμα να το ξανασκεφτούν αν θελήσουν να ξαναέλθουν και ο άλλος πίδακας, της άλλης σειράς καταβρέχει τη πλακόστρωση. Το γκαζόν που υποτίθεται πρέπει να ποτιστεί είναι ένα άθλιο, αραιοσπαρμένο κιτρινιάρικο που προσπαθεί να επιβιώσει πάνω σε μη απορροφητικό χώμα. Προς τι τόση σπατάλη νερού; Τι εξυπηρετεί η σειρά των μπεκ, κολλητά στο μουράγιο, αν όχι την ενόχληση και την απομάκρυνση των ντόπιων;
Κάποιος από τη διπλανή παρέα, αφού είδε οτι δεν ακούν από λόγια οι του ξενοδοχείου, βρήκε τρόπο και τα έκλεισε μόνος του. Η τάξη επανήλθε! Κάτι όμως έχει πλέον ‘’σπάσει’’. Φωτογράφησα την ακτή, τη θάλασσα, θέλοντας να την κρατήσω στη μνήμη μου, έτσι, στην αρχική της μορφή. Δυστυχώς, όμως, δεν υπάρχει κάτι που να μπορεί να φυλακίσει και το άρωμά της. Δεν ξέρω για πόσο ακόμα θα υπάρχουν ή θα είναι βρώσιμα τα χορταράκια. Ή κατά πόσο το αντηλιακό θα υπερκαλύψει το άρωμά τους. Ξέρω όμως ότι κάθε πέτρα που σηκώνεται και πετιέται έξω, ή κάθε άλλη, μη φιλική προς το συγκεκριμένο περιβάλλον, παρέμβαση, διαταράσσει μια αλληλουχία, σπάει μια τροφική αλυσίδα. Ξέρω ακόμη, οτι δεν βρήκα ούτε έναν αχινό. Μα, ούτε έναν! Τυχαίο; Άραγε, ποιό θα είναι το επόμενο είδος που θα τείνει προς εξαφάνιση από την περιοχή; Οι πεταλίδες; Τα καβουράκια; Οι καρτσίνες; Τα χορταράκια; Ή οι γύλοι, τα σπαράκια και άλλα μικρά ψαράκια; Μήπως και τα χταποδάκια;
25/5/10
Ρομαντικό δημοτικό άσμα
Προξενητάδες έστειλε ο Ράλλης για γυναίκα,
Τη βρήκανε οπώφαινε του Ράλλη το ζωνάρι.
Χρυσάφι, ασήμι τώρριχνε, και τ' ασημιού λογάρι,
Κι' ασήμι κι' ασημόγνεμα, κλονιά μαργαριτάρι.
Το έφανε, το ξύφανε, στον κόρφο της το βάνει.-
Μάνα, νερό δεν έχουμε κ' εγώ θα πάω να φέρω.-
Το χρυσό σίγλο άρπαξε, στη βρύσι κατεβαίνει.
Εκεί εύρυκε τζη όμοιαις της και τζη χειροτεραίς της.-
Μωρή καρυδομάγουλη κι' αμυγδαλογελάστρα,
Μωρή ανεράϊδα του γιαλού και ανευροχορταρίστρα,
Ο Ράλλης επαντεύτηκε κι' άλλη γυναίκα επήρε,
Κ' εσέ κουμπάρα κράζει σε να τόνε στεφανώσης.-
Εγώ, κι' αν παντρεύτηκε, με γεια του με χαρά του.
Να παντρευτώ θέλω κι' εγώ κοντά στη γειτονιά του,
Να πάρω από τη γέννατου και οχ τη γεννολογιά του,
Και να περνώ από κείθενε, να καίγετε η καρδιά του-

Να σου κι' ο Ράλλης έρχεται, στον μαύρον καβελλάρης,
Με το καπέλλο χαμηλά, την κόρη χαιρετάει.-
Βγάλε μου, κόρη μου, νερό, να πιώ κ' εγ' ο καϊμένος'
Κόρη τι έχείς και χλίβεσαι τι εχείς κι' αναστενάζεις;-
Έμαθα που παντρεύτηκες με γεια σου με χαρά σου,
Να παντρευτώ θέλω κ' εγώ, κοντά στη γειτονιά σου,
Για να περνώ από κείθενε, να καίγεται η καρδιά σου.
Πέρνει και πάει σπήτι της σα μήλο μαραμένο,
Σα μήλο, σα τριαντάφυλλο, σα Πατρινό κεράσι.
Η μάνα της την ερωτά, η μάνα της της λέει,
Τι έχεις Μαρία, και χλίβεσαι, τι έχεις και αναστενάζεις;-
Ο Ράλλης επαντεύτηκε, κι άλλη γυναίκα επήρε,
Κι εμέ κουμπάρα έκραξε για να τον στεφανώσω.-
Μωρή έχεις πόδια να σταθής, και μάτια να τηράξης.
Και χέρια βεργολύγιστα ν' αλλάξης τα στεφάνια;-
Και πόδια έχω να σταθώ, και μάτια να τηράξω,
Και χέργια βεργολύγιστα ν' αλλάξω τα στεφάνια.-
Κ' η μάνα της κ' η θειάδες της κ' η πρωτοξαδρεφαίς της
Τρεις μέραις την χτενίζανε, τρεις μέραις και τρεις νύχταις.
Τζη βάν τον ήλιο πρόσωπο, και το φεγγάρι στήθια,
Και του κοράκου τα φτερά τζη βάνουνε στα φρύδια.
Τον άμμο τον αμέτρητο' τζη βάνουν δακτυλίδια
Και σαν λουλούδια του βουνού βάνουν μαργαριτάρια.-
Τη ρούγα πέρνει μόνη της, στην εκκλησιά πηγαίνει.-
Μα εκεί παπάς δεν έψαλλε, διάκος δεν ελειτρούγα,
Κ' εκεί τ' αναγνωστόπουλα 'φήκαν το διάβασμά τους.-
Ψάλλε παπά, σαν έψαλλες, διάκο 'σαν ελειτρούγας.
Κ' εσείς αναγνωστόπουλα πέστε το διάβασμά σας!-
Και η Μαρία σαν έπαψε ο Ράλλης απλογήθη.-
Παπά μου, κάμε γλήγωρα, κάμε για τη ψυχή σου.
Μ' αυτή μαζή θα ζήσουμε, ώστε να βγή η ψυχή μας.-
Κ' η μάνατης σα γύρισε, τρέχει την αγκαλιάζει,
Καλώς τη θεγατέρα μου τη μυριοτιμημένη
Που για κουμπάρα εκίνησες κ' ήρθες στεφανωμένη.*
*Τοπικό Δημοτικό Τραγούδι που κατέγραψε ο αρχιεπίσκοπος Ζακύνθου, Νικόλαος Κατραμής στα ''ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΑ ΑΝΑΛΕΚΤΑ ΖΑΚΥΝΘΟΥ'' (1880)
Σημείωση 1 : Η ορθογραφία και τα σημεία στίξης είναι όπως στο πρωτότυπο. Η μόνη διαφορά είναι οτι χρησιμοποίησα το μονοτονικό και όχι το πολυτονικό του πρωτοτύπου.
Σημείωση 2 : Οι πίνακες είναι έργα του Edward Burne Jones
19/5/10
...δίνει βιτσιά του αλόγου του...
''Περπατώντας πάει στη δασκάλα;'' με ρωτάει
''Με άλογο'' της απαντώ αυθόρμητα.
''Σαν να μου θυμίζει κάτι, κάτι στενάχωρο''
''Έχεις δίκιο, κάτι μας έλεγε η μαμά, ένα τραγούδι''.
''Ένα τραγούδι για έναν πατέρα που έψαχνε το γιο του και πήγε στο σχολείο να τον βρεί''
''Δίνει βιτσιά του αλόγου του και πάει στη δασκάλα. Αυτό είναι!''
''Δεν ψάχνουμε στο ίντερνετ να το βρούμε;''
Στο ίντερνετ...μεγάλη ήττα! Χιλιάδες σελίδες! Όποια και αν ανοίγαμε είχε να κάνει με βίτσια με ζώα κλπ μέχρι και σε ομηρικό έπος πέσαμε με ...διαφορετικό τρόπο γραμμένο. Ήμασταν έτοιμες να τα παρατήσουμε γιατί δεν μπορούσαμε να θυμηθούμε κάποιο άλλο στίχο ή κάποια λέξη -κλειδί και ενώ κατεύθυνα ήδη τον κέρσορα προς το ''Χ'' του κλεισίματος....
''αν είσαι Τούρκος φάγε με'', ψιθυρίζω σαν υπνωτισμένη
''αν είσαι σκύλος πιές με, αν είσαι ο πατέρας μου,'' ψιθυρίζει στην ίδια κατάσταση και η Βάσω
''σκύψε και φίλησέ με'' οι δυό μας εν χορώ.
Πως ξεπήδησε τώρα, όλο τούτο; ύστερα από τόσα χρόνια που 'ταν καταχωνιασμένο; Πρέπει να είχαμε την ηλικία των κοριτσιών μας , τεσσάρων με πέντε, όταν μας το έλεγε η μάνα μας. Ήταν από κείνα τα θλιβερότράγουδα που μας έλεγε για να καταφέρει να μας ταϊσει ενώ κλαίγαμε (διαφορετικά δεν υπήρχε περίπτωση να ανοίξουμε το στόμα μας).
Πληκτρολογώ ''αν είσαι Τούρκος φάγε με'' και ...ιδού από τα δημοτικά τραγούδια της Ανδριανουπόλεως στον β΄τόμο των Θρακικών
Ή φόνισσα μάννα
Μικρός μικρός στα γράμματα, μεγάλος στο σχολείο,
τον σχόλασεν ο δάσκαλος να πάει να γιοματίσει.
Στον δρόμον οπού πήγαινε τον Θιόν παρακαλούσε,
να εΰρει την μητέρα του μαζί με τον πατέρα.
Μα βρήκε την μητέρα του με ξένο παλλικάρι.
—`Ας ειν` , ας είν` , μητέρα μου. κι` αν δεν το μαρτυρήσω,
αν έρθει ο πατέρας μου, κι` αν δεν το μαρτύρησω.
—Τι είδες, βρε διαβουλογέ, και τι θά μαρτυρήσεις ;
—Ό,τι είδανε τα μάτια μου, κείνο θά μαρτυρήσω.
Τον πιάν` απ` το χεράκι του και σαν αρνί τον σφάζει.
Παίρνει τις δυο τις πλάτες του στον μάγειρα τις δίνει.
—Να, μάγειρα, μαγείριψη κρέατα ανθρωπίσια.
—Να κι` ο πατέρας τ' έρχεται άπαν` απ' το μπαΐρι
φέρνει καμήλες δώδεκα, μουλάρια δεκαπέντε,
φέρνει κ ενα χρυσό πουλί να παίζει ο Κωνσταντίνος.
—Καλή μέρα, νοικοκυρά, και πουν` ο Κωνσταντίνος ;
Τον έφερα χρυσό πουλί να παίζει να έγλεντίζει.
— Τον άλλαξα τον στόλισα, στον δάσκαλο πηγαίνει.
—Καλή μέρα σου, δάσκαλε, και πούνε ο Κωνσταντίνος,
τον έφερα χρυσό πουλί να παίζει να έγλεντίζι.
—Τρεις μέρες έχω να τον ίδώ και τρεις να τον διαβάσω,
και άλλες τρεις αν δεν τον δγιώ τον νουν μου θε να χάσω ,
Καβαλικεύει τ` άλογο στο σπίτι του πηγαίνει.
—Δεν ειν`, κυρά μου, το παιδί, δεν ειν` ο Κωνσταντίνος.
—Κάτσε να φας, κάτσε να πχής κάτσε να τραγουδήσεις,
κι' από δυο ώρες υστέρα θά έρτ` κι` ο Κωνσταντίνος.
Στρώνει τραπέζι ολόχρυσο και κούπα διαμαντένια,
και τα χουλιαριά πού θά φαν, ήτανε ασημένια.
Και πήρε μια και πήρε δυο στο τρίτο απεκρίθη.
—`Αν είσαι σκυλλος φάγε με, η λύκος λυσσασμένος,
κι` αν είσαι ο πατέρας μου, σκύψε και φίλησε με.
Την πιάνει απ` τα μαλλάκια της και στο σακκι την βάζει,
στο άλογο την φόρτωσε, στον μυλον την πηγαίνει.
—`Αλεθε, μυλε μ`, αλέθε, μιας αγνωμης κορμάκι,
να κάμς αλεύρι κόκκινο και την πασπάλη μαύρη,
να έρχουνται οί εΰμορφες να παίρνουν κοκκινάδι.
ναρχουνται κ` οί γραμματικοί να παίρνουνε μελάνι,
να γράφουνε τα πάθια μου, τα πάθια της καρδιάς μου.
(Πρβλ. 'Εκλογ. Πολίτου 152. 91):
Μιαν ημέρα ο Κωστάκης (δίς) πήγεν νά κυνηγήση. (δίς)
Βρίσκει δυό φίδια ζωντανά (δίς) καί δύο σκοτωμένα, (δίς)
βρίσκει καί τήμ μανούλαν του (δίς) μέ δυο παλληκαράκια. (δίς)
—Βρέ, τί είδες, βρέ. τί άκουσες (δίς) καί τί Θα μαρτυρήσεις (δίς)
—“Οτι είδαν τά ματάκια μου, (δίς) αύτα Θα μαρτυρήσω. (δίς)
Βγάζει καί τήμ μαχαίραν της (δίς) καί τόμ ‘ποκεφαλίζει, (δίς)
βγάζει καί τ’ άντερούκια του (δίς) καί στό πκιάτον τά βάζει. (δίς)
—Γυναίκα, πού είναι τό παιδίμ, (δίς) πού είναι ό Κωστάκης; (δίς)
—Είς τήγ γιαγιάν του πήγαινε (δίς) καί έκεί θέ νά τόν εύρης. (δίς)
Καβαλλικεύει τ’ άλογον (δίς) καί στήγ γιαγιάν του πάει. (δίς)
—Γιαγιά, έδώ είναι τό παιδίν, (δίς) έδώ είναι ό Κωστάκης; (δίς)
—“Εχω τρείς μέρες νά τόδ δώ (δίς) καί τρείς νά τού μιλήσω. (δίς)
Καβαλλικεύει τ’ άλογον (δίς) καί στήγ γυναίκαμ πάει. (δίς)
—Γυναίκα, πού είναι τό παιδίμ, (δίς) πού είναι ό Κωστάκης; (δίς)
—Είς τό οχολειόν του πήγαινε (δίς) καί έκεί Θέ νά τόν εύρης. (δίς)
Καβαλλικεύει τ’ άλογον (δίς) καί στό σχολειόν του πάει. (δίς)
—Δάσκαλε, ‘δώ είναι τό παιδίν, (δίς) έδώ είναι ό Κωστάκης; (δίς)
—“Εχω τρείς μέρες νά τόδ δώ (δίς) καί τρείς νά τού διαβάσω. (δίς)
Καβαλλικεύει τ’ άλογον (δίς) καί στήγ γυναίκαμ πάει. (δίς)
—Γυναίκα, πού είναι τό παιδίν; (δίς) — ‘Εδώ είναι ό Κωστάκης; (δίς)
Κάτσε νά φάς κάτσε νά πκιής, (δίς) κάτσε τζιαί νά γλεντήσης. (δίς)
—“Αν είσαι Τούρκος, φάγε με, (δίς) κι’ άν σκύλος, πκιέ με, (δίς)
τζι’ άν είσαι ό πατέρας μου, (δίς) σκύψε καί φίλησέ με. (δίς)
Πκιάννει καί τήγ γυναίκαν του (δίς) καί στ’ άλογον τήδ δένει. (δίς)
Κτυπά βιτσιάν τ’ άλόγου του, (δίς) παίρνει καί τήσ σκοτώννει. (δίς).
Τι παράξενο; Αυτό που θυμόμασταν είχε στίχους και από τις τρεις παραλλαγές. Ανδριανούπολη, Κύπρος, Άρτα, Ζάκυνθος. Παράξενη και θαυμαστή διαδρομή! Από στόμα σε στόμα! Ταξίδευε ο άνθρωπος και ταξίδευαν και τα τραγούδια του τόπου του μαζί του. Μεταδημότευαν και τούτα σε νέους τόπους και ο νέος τόπος τα μπόλιαζε με τη δική του γλώσσα/διάλεκτο. Τους πρόσθετε καινούριες λεπτομέρειες και αφαιρούσε κάποιες άλλες, ανάλογα με τη φαντασία του κάθε τραγουδιστή. Έτσι δεν κάνει η λαϊκή Μούσα; Πολύ πολύ ενδιαφέρουσα η ανάλυση του Ν. Πολίτη που ανάγει το θέμα στους αρχαίους μύθους και παραμύθια. Το αρχαιότερο έγγραφο που αναφέρει το τραγούδι βρέθηκε σε μοναστήρι στα μεταίωρα και είναι του 16ου/17ου αιώνα. Λεπτομέρειες στο φόρουμ των Αρτινών
Η Βάσω και εγώ νοιώσαμε την ίδια φρίκη, όπως τότε που ήμασταν μικρές και μπορεί να μη είμαστε ακριβώς σίγουρες πως ήταν αυτό που μας έλεγε η μητέρα μας (πιθανόν να είχε αφαιρέσει κάποια σημεία ή να τα απάλυνε βάζοντας τις δικές της βελονιές), το σίγουρο όμως είναι ότι δεν πρόκειται να το πούμε στα παιδιά μας αν δεν φθάσουν πρώτα στην εφηβεία.
Υ.Γ Στον ''σκληρό'' της αδελφής μου υπάρχει καταγραφή ότι αρχικά η μητέρα μας ξεκίνησε να λέει κρυφά μας, το τραγούδι στον αδερφό μας που είναι αρκετά μεγαλύτερός μας. Εμείς κάτι αρπάξαμε και με γαλυφίες καταφέραμε τον μεγάλο να μας το πει. Σοκαριστήκαμε βέβαια, αλλά και μας έλκυε να το ακούμε. ''Ελα μαμά πες το μας, αφού το ξέρουμε...''
