22/6/09

Γενοβέφα....Παραμύθι σε...κάδρο



Η κάμερα των γονιών μας, ήταν το ιερό άδυτο. Δεν υπήρχε περίπτωση να ξυπνήσουμε τη νύχτα και να πάμε εκεί. Φωνάζαμε και η μάνα μας έσπευδε να μας ηρεμήσει.
Όχι,ποτέ δεν θυμάμαι να μας πήρε στο κρεβάτι της. (Το υπογραμίζω γιατί τα δικά μου το έχουν παραξηλώσει. Κάθε βράδυ απλώνονται στο κρεβάτι μας και μεις βολευόμαστε ο ένας στο παιδικό και ο άλλος στον καναπέ.) Οι μόνες φορές που απολαμβάναμε την άπλα του διπλού κρεβατιού ήταν όταν ήμασταν άρρωστα και αυτό μόνο τη μέρα, γιατί το βράδυ ...κάθε κατεργάρης στο πάγκο του. Το δωμάτιο της μαμάς είχε παράθυρο που ''έβλεπε'' προς όλη τη γειτονιά και τον κεντρικό δρόμο. Από κει μπορούσαμε να χαζεύουμε τα άλλα παιδιά που παίζανε στ αλώνια. Το σπουδαιότερο όμως που αιχμαλώτιζε το ενδιαφέρον μας και το βλέμμα μας ήταν μια εικόνα σε κορνίζα. Μια εικόνα- γκραβούρα με τη Γενοβέφα. Θες το έντονο μπλε της μπλούζας της (τότενες δεν είχαμε την ευκαιρία να δούμε και πολλές χρωματιστές εικόνες, ...με το στανιό υπήρχε και καμία ασπρόμαυρη στα έντυπα της εποχής, ...θεέ μου πόσα χρόνια πίσω;), θες το παιδί που βύζαινε κατευθείαν από το βυζί τση ελαφίνας, θες η ελαφίνα η ίδια που φαινόταν μερωμένη, θες η ίδια η ιστορία της Γενοβέφας που η μαμά μας τη σερβίριζε κατά το συνήθειο τσης, σαν παραμύθι για παιδικά αυτάκια, εμείς σα μαγεμένα την χαζεύαμε. Μπαίναμε μέσα στο πυκνό δάσος και αφουγραζόμασταν τα άγρια θηρία που περιτριγύριζαν τη σπηλιά. Γευόμασταν το γάλα τση ελαφίνας, καθώς με βουλιμία;;;!!!!!, ....καταπίναμε την κρέμα μας, ή ...το σιρόπι με γεύση πικραμύγδαλο! Την τελευταία φορά που ήμουν στο πατρικό μου, στα πλαίσια των ανασκαφών μου στο σκονισμένο και αραχνιασμένο πατάρι τση αποθήκης, βρήκα τη Γενοβέφα των παιδικών μας χρόνων. Συγκίνηση; Απορία; (Πως την είχαμε ξεχάσει;) Σοκ; Ναι, σοκ, γιατί όσο και αν προσπάθησα δεν μπόρεσα να θυμηθώ τις λεπτομέρειες του παραμυθιού, παρά μόνο αμυδρά το γενικό μοτίβο. Αναγκαστικά έψαξα στο Ιντερνετ για τις λεπτομέρειες. Βρήκα πολύ λίγες αναφορές και αυτές σε περίληψη. Έψαξα και στις εικόνες για πληροφορίες σχετικά με τον καλλιτέχνη. Βρήκα για διάφορες γκραβούρες σχετικά με την Γενοβέφα, η συγκεκριμμένη όμως, δεν υπήρχε πουθενά. Ούτε στα ελληνικά ούτε στα ξενόγλωσσα.
Αν ποτέ θυμηθώ τις λεπτομέρειες θα επανέλθω, ωστόσο μπορείτε να ρίξετε μια ματιά εδώ και θα μειδιάσετε. Είμαι σίγουρη.

21/6/09

Στη σκιά τση περγουλιάς.


Εδώ και μέρες προσπαθώ να πετύχω τον πατέρα μου στο τηλέφωνο, αλλά εις μάτην. Προσπαθώ να σκεφτώ διάφορα σενάρια και ακολουθώ νοερώς τις κινήσεις του: Πρωί στα χτήματα. Μπα! Ιούνης, Θεριστής, κολοκυθόμηνας, δεν έχει δουλειές. Μπάνιο στη θάλασσα. Πρωί, πρωί πηγαίνει, μα από τον Ιούνη; Μπα θά 'χει δουλειές στη χώρα. Μεσημέρι, κοιμάται! Από τις 1.00 είναι στη καλύβα και κοιμάται. Ας τηλεφωνήσω απόγευμα. Τηλεφωνώ ανά μία ώρα. Τίποτα! Μα που στο καλό είναι; Τηλεφωνώ στον αδελφό μου. Κανείς! Στη γειτόνισσα, στην άλλη γειτόνισσα, τίποτα. Καμία δεν είναι στο έρμο τσης. Να πάρω τη θεία μου; Μωρέ ή θα είναι στις κότες ή θα κάνει διακόσια χρόνια να σηκώσει το τηλέφωνο. Να μη πολυλογώ, καλώ τη θεία μου. ''Ωρή κυρά μου, τι κάνεις;'' όλο ενθουσιασμό η προεστή. ''Θεία, ο μπαμπάς μου που...βόσκει;'' προσπάθησα να διασκεδάσω την ανησυχία μου. ''Εδώ είναι μάτια μου, τονε θες; να του μιλήσω;'' ''Να τον έψαχνα στο σπίτι, στον αδερφό μου, δεν μπόρεια να τον έβρω'' άρχισα, για να πω τις ανησυχίες μου, μια και η θεία μου, αδελφή του πατέρα μου, σαν δεύτερη μάνα μας είναι. ''Ου, καϋμένη, και σιγά μην έβρεις κανένανε μέσα, με τέτοια κάψα βραμέντε. Ούλοι εδώ είναι ψυχή μου, στη περγουλιά που κάνει κομάτι φρέσκο. Σε ένα μουμέντο θα τσου βγάλω για φίλεμα κάτι σύκα ούλο δροσία. Μα πως το λησμόνησα; Κάθε καλοκαίρι η αυλή της θείας μου, γίνεται το κοινόβιο τση γειτονιάς. Μαζεύονται όλοι εκεί, για τη δροσία τσης και για τη στρατηγική τσης θέση, όπου μπορεί κανείς να ελέγχει ούλες τσι μπασίες και το κεντρικό δρόμο. Πάνω από πενήντα χρόνια η περγουλιά είναι το δροσερό καταφύγιο από τον κάματο του καλοκαιριού. Κάτω από τον ίσκιο της έχουν πλεχτεί εκατοντάδες μέτρα μέρλων, που στόλισαν τσι προίκες των κοπελώνε. Έχουν σχολιαστεί, για καλό ή κακό όλοι όσοι έτυχε να περνάνε από τον κεντρικό δρόμο (ούλο το χωρίο δηλαδή). Κάτω από τον ίσκιο της περγουλιάς έχουν ειπωθεί όλες οι παλιές ιστορίες των παλαιώνε για τη φαμελιά μας.

Πάντα, στη πιο καίρια θέση, καθόταν η γεροντότερη. Αυτή έβλεπε και επέβλεπε. Αυτή έδινε αφορμή για το αντικείμενο/υποκείμενο σχολιασμού: ''χμ, ο Μίμουλας περνάει, πάει στο καφενείο, ε και ο Μούμας από πίσω. Προχθές το άλογό του, λύθηκε και έτρεχε στα λιόφτα μας'' Αυτή είχε τον πρώτο λόγο για κάλεσμα ή για φίλεμα: ''Έλα, κουμπάρε, κόπιασε να σε φιλέψουμε κομάτι πλεζονιά! Λούλα, βγάλε μία καθίκλα για το κουμπάρο. '' Και προς εμάς τα παιδιά ''Μέσα στο πηγάδι κρέμεται ένα μαλαθούνι με μία πλεζονιά, τραβήχτε το σχοινί αγάλια αγάλια από το φιλιατρό και φέρτε μου το καρπούζι, και από κόντω, βγάλτε μου και ένα σιγλαράκι νερό να δροσίσω το κεφάλι μου''

Σε αυτή τη περγουλιά, πριν τριάντα χρόνια, η ίδια η νόνα που διαφέντευε στο θερινό κοινόβιο, έφαγε ξύλο από το νόνο μας ''τον γέρο'' όπως τον αποκαλούσε.
Ήταν Αύγουστος και είχε έρθει από Αθήνα και η άλλη γιαγιά, που παρότι ζακυνθινιά και χήρα δεν φόραγε πια τα ολόμαυρα, όπως οι άλλες γρίες του χωριού και φυσικά ούτε μαντήλι, ούτε κάλτσες. Η ζέστη ήταν ανυπόφορη! Η νόνα με μία βεντουλέττα μάταια προσπαθούσε να δροσιστεί. ''Ουφ, συμπεθέρα μου τι κάψα είναι τούτη; Δεν υποφέρεται!'' με απόγνωση προς την ''Αθηναία'' γιαγιά. ''Μα και συ καϋμένη μου τι φορείς; Κάλτσες! Μαντήλι! Βγάλτα, να δροσιστείς συφορέλια σου!'' Είχε κάποιους δισταγμούς η νόνα, αλλά ήταν και τόση η κάψα που τελικά πήγε και έβγαλε κάλτσες , μπόλια,βελέσι και έμεινε μόνο με τη δροσερή τσης ρόμπα.
Και εκεί που σιγά σιγά άρχιζε να νοιώθει άνθρωπος, έρχεται ο ''γέρος'' κούτσα κούτσα με τη λαγούτσα (ήταν 92 χρονών και οι νόνες 80). Με το που βλέπει τη γδύμνια τση νόνας, άφρισε. 'Αρχισε να ανασηκώνει τη βράκα του, να δένει και να ξεδένει το ζωνάρι του ''Ορή παλιόγρια, εμουρλάθηκες και πας να πουτανέψεις στα γεράματα; τί εγδύθηκες; Πήγαινε να βάλεις τα σκαρτσούνια ογλήγορα'' αγρίεψε ''Γιατί ορέ γέρο, με λες μουρλή και πουτάνα; Μοναχά εγώ δεν φορώ σκαρτσούνια; Με τέτοια κάψα, ούλες τα 'χουνε βγαλμένα, να και η συμπεθέρα'' προσπάθησε να πάρει το πάνω χέρι η νόνα. Με την αντιλογία τσης, ήδη ο νόνος είχε σηκώσει τη λαγούτσα του και την κατεύθυνε προς τα γδυμνά τσης πόδια. '' Επειδή η συμπεθέρα είναι μουρλή και πέταξε τα μαύρα και το μαντήλι τσης πάει να πεί ότι πρέπει να κάμεις και συ τα ίδια; Μποδάτε τι έχεις να κάμεις άμα πεθάνω''
Η γιαγιά από την Αθήνα έσπευσε να συνοδέψει τη νόνα μου μέσα, μουρμουρίζοντας μέσα από τα ψεύτικα δόντια της: ''Χορό, συμπέθερε, χορό θε να κάμει!''....

14/6/09

Σαβατοκύριακο Φιέστας

Αφού σουλουπώθηκα και σεσταρήστικα και ανυψώθηκε λιγουλάκι το ηθικό, φόρεσα την εορταστική μου διάθεση και παρέστην στην γιορτή του Συλλόγου Γονέων. Η γιορτή τελείωσε, η εορταστική διάθεση παρέμεινε και για να μη πάει χαράμι θα πάω μέχρι την Κική για να παραλάβω το βραβείο Φαντασίας που μου έχει φυλαγμένο εδώ .




Όταν πριν μερικές μέρες διάβασα στης Κικής ότι μου απονέμει βραβείο φαντασίας, δεν πίστευα στα μάτια μου, εξεπλάγην και αμήχανη προσπάθησα να κρυφτώ πίσω από κάποια πλάτη, όπως την ώρα της πρωινής προσευχής όταν ήμουν μαθήτρια. Μη διαθέσιμης πλάτης, κρύφτηκα πίσω από τη βλάβη του πληκτρολογίου, που τελικά οφειλόταν στο ποντίκι. Αυτό το βραβείο, θεωρώ οτι δεν μου αξίζει, γιατί είμαι πάαααρα πολύ καινούρια και γκάβακας στη blogόσφαιρα, υπάρχουν τόσοι, τόσοι πολλοί, γνωστοί σου Κική μου που το αξίζουν...και σίγουρα όχι εγώ, με αναρτήσεις λιγότερες των είκοσι.
Ωστόσο, σκέφτομαι οτι είσαι γενναιόδωρη...και ποιος μπορεί να αρνηθεί την από καρδιάς γενναιοδωρία;
Με χαρά λοιπόν παραλαμβάνω το βραβείο και ακολουθώ το τυπικό της τελετής, στο πρώτο μέρος πρέπει να αναφέρω πέντε λόγους για τους οποίους γράφω και στο δεύτερο και πιο ενδιαφέρον να παραδώσω το βραβείο (σαν σε σκυταλοδρομία) σε άλλους πέντε Blogger.

Λοιπόν γράφω επειδή: 1) στα δύσκολα η Ζάκυνθος, η πατρίδα μου, είναι το καταφύγιό μου
2) δεν είναι πάντα εφικτό το πραγματικό ταξίδι μέχρι το νησί
3) το ιστολόγιο είναι εικονική απόδραση, τοπική και χρονική και τη μοιράζομαι και με άλλους
4) επειδή έχω τον ήλιο και την ηλιαχτίδα παιδιά μου και κάποτε ίσως με συναντήσουν εδώ.
5) επειδή η ελπίδα πεθαίνει τελευταία (αναφέρομαι στη δύναμη που λέει η Κική ότι κρύβω μέσα μου)

Και τώρα η απονομή ευχάριστη αλλά και δύσκολη διαδικασία:
-Στον π. Λυκογιάννη, για το ''zantional geographic'' του.

-Στην Ντάνα, αλλά επειδή το δοχείο νυκτός έχει ήδη γίνει χρυσό, παίρνει το βραβείο και για το σεντούκι με της μνήμες που κρατά κλεισμένο και που και που ανοίγει για χάρη μας.

-Στην Mareld, τη θαλασσένια μου, για το πάντρεμα του Ιπποκράτη με τις Μούσες ( το ξέρω Ντάνα μου, οτι με πρόλαβες, αλλά με τόσα τραταρίσματα που μας φιλεύει από κάθε της σπίτι, νομίζω ότι το βραβείο το δικαιούται και δις και τρις, θα έλεγα...)

-Στην Ναϊάδα , για τα παραμύθια της, εδώ η φαντασία καλπάζει...

- Στην Μαριλένα, για τον σουρεαλισμό της και με την ελπίδα οτι θα παραλάβει τη σκυτάλη και θα παραδώσει το βραβείο στους υπόλοιπους της παρέας...

- Αν αντί για τους πέντε αποδέκτες, έπρεπε να διαλέξω μόνο έναν, θα διάλεγα χωρίς δεύτερη σκέψη τη Μαρία, για την αντοχή και το τσαμπουκά της. Και μη σας κακοφανεί φίλοι μου, αλλά ''το αφρικανάκι της ζωής μου'' ήταν το πρώτο post που διάβασα, συγκινήθηκα, έγινα φανατική αναγνώστριά της και στο Ιστολόγιό της πρωτάρχισα να σχολιάζω, με αποτέλεσμα να την μιμηθώ και να αναρτήσω τον ήλιο. Στη Μαρία δίνω το GOLD ΒΡΑΒΕΙΟ

-και τέλος χωρίς να αναφέρω ονόματα, σε όλους εκείνους τους γονείς, γνωστούς και αγνώστους, που έχουν ή δεν έχουν Blog, με πολύ πολύ περισσότερη δύναμη από εμένα.

εδωσα παραπάνω από πέντε, αλλά τι σημασία έχει;


Μερικοί από τους φίλους ετοιμάζονται για διακοπές, άλλοι διαβάζουν για το πτυχίο, άλλοι είναι απασχολημένοι κλπ. Το βραβείο σας φίλοι μου, θα είναι φυλαγμένο εδώ και θα σας περιμένει. Όποτε μπορέσετε, περάστε να το παραλάβετε. Καλή επιτυχία σε ότι και αν κάνετε!
Κική σε ευχαριστώ για την γενναιοδωρία σου!
.......
Υπόκλιση.
Χειροκρότημα
Αυλαία.
(Παρότι το χειροκρότημα συνεχίζεται, καλύτερα να μη ξανασηκωθεί η αυλαία, αλλά να χαμηλώσουν τα φώτα παρακαλώ. Α, το χειροκρότημα επιμένει και δυναμώνει. Καλά, σηκώστε την αυλαία για μια σύντομη υπόκλιση, αλλά κρατήστε χαμηλά τα φώτα για να μη φανούν οι ερυθριώσες παρειές μου...)
.........

Μαμαααά, ξύπναααα....

4/6/09

O, tempora, o mores!!! Μουρλάθηκαν οι νόνες!

     Τις τελευταίες μέρες είμαι σε μια υπερένταση, μία τσίνια. Άσε που με το τίποτα γίνομαι μπουρλότο. Μου λείπουν διακοπές και σαν το άλογο που οσμίζεται τον σταύλο του, άρχισα τον τριποδισμό; (μισοκλεμμένο από τον Ροϊδη) Είναι ανάδρομος κάποιος πλανήτης; Δεν ξέρω. Πάντως όλα και όλοι μου φταίνε και πρώτα από όλους εγώ η ίδια. Κοιτάζομαι στον καθρέφτη και αρχίζω τον εσωτερικό μονόλογο: ''Εμ βέβαια, αυτή μου φταίει. Μα φάτσα είναι αυτή; Μαλλί είναι αυτό; Τις προάλλες, η άλλη με πέρασε για μάνα της αδελφής μου και ας έχουμε μόνο, ένα χρόνο διαφορά. Αλλά δεν είχε άδικο,με τα μαλλιά μονίμως τραβηγμένα πίσω χαμηλά, σε κοτσίδι, πάλι καλά που δεν με είπε και γιαγιά της.Όχι, όχι, άδικο δεν είχε. Πρέπει να με φροντίσω λίγο, να με περιποιηθώ, να ανανεωθώ. Θα αλλάξει και η διάθεσή μου, βρε αδερφέ!'' Έτσι λοιπόν και αμ έπος, αμ έργον, πάω στο κομμωτήριο για να ανανεώσω το look και τη διάθεση. Αν μη τι άλλο θα χαλάρωνα, καθότι το μαγαζί διαθέτει πολυθρόνα μασσάζ για όση ώρα είσαι στον λουτήρα συν το θεϊκό μασσάζ στο τριχωτό της κεφαλής από τα χεράκια της βοηθού.
''Πως να τα κόψουμε'' η κομμώτρια
''Κοντό ντεγκραντέ καρέ με μίτες μπροστά''  ευθαρσώς εγώ. Με καθίζει κάτω και αρχίζει τη κουρά του προβάτου. Βλέπω τις ξανθές, μεταξένιες μπούκλες μου, να πέφτουν κάτω. (Εντάξει Βάσω και κορίτσια, μη γελάτε)...Ε, χμ, τα κατσιδόμαλλά μου ήθελα να πω. Κάποιο αιώνα μετά ( και αυτό είναι αλήθεια, γιατί έχω πολύ πυκνό μαλλί), μου δίνει τον μικρό καθρέφτη για να θαυμάσω την τέχνη της στο πίσω μέρος της κεφαλής μου.  Κάνω λοιπόν στροφή 180 μοιρών, αλλά το μάτι μου σκαλώνει στην πλάτη της κυρίας που τώρα έχω μπροστά μου. Για κλάσματα δευτερολέπτου μπερδεύτηκα και νόμισα ότι κοιτάζω το πίσω μου. Όμως όχι, επρόκειτο για μια άλλη κυρία που είχε το ίδιο μελί χρώμα με το δικό μου και από σύμπτωση το ίδιο κούρεμα. Άρα είμαι in, διάλεξα μοντέρνα κουπ, σκέφτηκα.
Έδωσα τα εύσημα στην κομμώτρια για την τέχνη της και κατευθύνθηκα προς το ταμείο δίνοντας μία κλεφτή ματιά στη σικ  κυρία που είχε το ίδιο λεπτό γούστο με μένα. Και τι βλέπω με τα όμορφα ματάκια μου; ...Βλέπω μια κυρία με τζην, μακώ μπλουζάκι και με εμφανώς  ξένη οδοντοστοιχία, ετών ...75 σίγουρα (η κυρία, όχι η οδοντοστοιχία). Φτου να πάρει! Μικρές, μεγάλες, ένα κούρεμα. Φασόν! Εγώ θυσίασα το γεροντοκορίστικο κοτσιδάκι μου, για να κάνω ένα όμοιο κούρεμα με την γιαγιά; Γιατί στο καλό, βαλθήκανε οι γιαγιάδες να γεφυρώσουνε το χάσμα των γενεών και κρεμάσανε στην αρμαράδα τσι βέστες και τα βελέσια τους; Γιατί δεν φοράνε πιά, ποδίες και μπελερίνες; Γιατί βάφουν τα μαλλιά τους και κόψανε τον κότσο; Που είναι το μαντήλι-μπόλια που σκέπαζε το χιονισμένο τους κεφάλι;

Δεν με πειράζει που με το νέο μου look πάλι με νόνα θα μοιάζω, η στην καλύτερη περίπτωση με μάνα της αδελφής μου, αλλά η νόννα μου, οι νόννες μου...ήταν τόσο γλυκές με την πλεξίδα που έφτιαχναν και την στριφογύριζαν σε σαλίγκαρο στην κορυφή του χιονισμένου τους κεφαλιού, τόσο αρχοντική η μία με την άσπρη μαντίλα στους ώμους ή στο κεφάλι και έμοιαζε τόσο σοφή με τα γυαλιά η άλλη! Αμ οι ρόμπες τους, με τις μεγάλες τσέπες, και τι δεν είχαν μέσα! Τον παράδεισο με όλα τα φιλέματα μέσα!

 Αλλά τι γλυκές που είναι οι γιαγιάδες για κάθε εγγόνι, ακόμη και αν φοράνε τζην, μακό μπλουζάκι και έχουν μελί μαλλιά. Τι και αν τα έχουν κόψει καρέ ντεγκραντέ; Πάντα γλυκιά θα είναι η θύμιση τση νόννας!.

Συνεχίζεται στην επόμενη ανάρτυση που θα γράψω για ποιο λόγο, ο γέρος πήρε τη λαγούτσα και έδειρε τη νόννα μας. 

30/5/09

Προσοχήήήήή Αθά νααα ατοοοοοοος!

     Κάποιο καλοκαίρι  της προεφηβικής μας ηλικίας, ο πατέρας μου μας είχε αγοράσει ένα ποδήλατο, κοινοκτημοσύνη με την αδελφή μου. Ήταν ένα ολοκαίνουριο, μεγάλο πορτοκαλί ποδήλατο, γυναικείο, σε αντίθεση με τον παλιό αντρικό καρνάβαλο, με το σίδερο στη μέση που μας καταμελάνιαζε κάθε φορά που κάνοντας ορθοπεταλιά, μας γλιστρούσαν τα πετάλια.
 Θυμάμαι την έκπληξή μας όταν είδαμε κατά το γιόμα, τους γονείς μας να επιστρέφουν στο σπίτι από τη Χώρα με ταξί και μάλιστα με μια πορτοκαλί ρόδα ποδηλάτου να μισοκρέμεται έξω από το πορτ μπακάζ. Η μάνα μας  έστρεφε το κεφάλι μια από δω μια από κει, σκύβοντας  και προσπαθώντας να κρύψει τα χαμόγελά της.
 Ήταν έκπληξη και μάλιστα πονηρά προσχεδιασμένη. Πλησίαζε ο τρύγος και έπρεπε κάποια από μας να πηγαίνει το πρωί να βοηθήσει στο χρίσιμο των αλωνιών. Το καινούριο ποδήλατο ήταν ένα ισχυρό δέλεαρ για να σηκωθούμε αχάραγο από τα κρεβάτια μας.

Μετά από ένα μήνα και αφού ο τρύγος είχε τελειώσει ήδη και ήμασταν στα σηκώματα, το ποδήλατο δεν ήταν πια το ίδιο καινούριο, γιατί είχαμε φάει και κάποιες σκασίες, οπότε και μεις δεν το είχαμε πλέον σαν το καινούριο κοσκινάκι. Το δίναμε μάλιστα και στις γειτόνισσες για καμιά βολτίτσα. Ήταν σούρπα και παίζαμε εκεί στη γειτονιά, όταν η σάλπιγγα άρχισε να βαράει:
''Γιάαααα ναααααα'' η νόνα μας.
''Νναιαιαιαι'' εγώ
''Ο πατέρας σου εμήνυσε να πάει μία από σας με το ποδήλατο ( το υποτιθέμενο δέλεαρ) στου Λούντζη, να ποτίσει τη φοράδα''
''Εγώ πήγα το πρωί, να πάει η Βάσω''
''Α, εγώ δεν πάω, η φοράδα δεν με χωνεύει, σκιάζουμαι.'' η αδελφή μου
''Πάμε όλοι μαζί'' η γειτονοπούλα μας, και φυσικά η ιδέα της μας άρεσε.
 Πάνω στο ποδήλατο βάλαμε  τα μικρότερα αδέρφια μας για να μη κουράζονται. Όμως ήταν πολύ άβολο για μας να προσπαθούμε να κρατήσουμε σε ισορροπία ένα ποδήλατο με δύο μικρουλάκια: το ένα  επάνω στη σέλα  και πάνω στη σχάρα το άλλο. Είχαμε αρχίσει να κουραζόμαστε και να τσακωνόμαστε για το ποιά θα ανέβει στο ποδήλατο, έστω πάνω στα πετάλια αφού τώρα ξεκίναγε και η κατηφόρα.
Τότε σκέφθηκα οτι θα μπορούσαμε να ανέβουμε όλες μαζί. Αρκεί να κάναμε μία αναδιάταξη.
 Η αδελφή μου στη σχάρα, επειδή έφταναν τα πόδια της στο έδαφος και θα μπορούσε να κρατάει έτσι σταθερό το ποδήλατο, μέχρι εγώ να τακτοποιήσω τους άλλους επιβάτες. Ο μικρός μας αδερφός που ήταν και τσάκαλος σε μαγκιές πάνω στο τιμόνι, η μικρή γειτονοπούλα που ήταν η πιο φινίδα πάνω στο πισινό φτερό, η μεγαλύτερη  αδελφή της, που είχε καλή ισορροπία πάνω στη σέλα και εγώ η πιο μεγάλη και πιο δυνατή όρθια πάνω στα ...πετάλια κρατώντας και το τιμόνι ντρίτα.

Τακτοποιηθήκαμε όλοι και αφεθήκαμε στη κατηφόρα με τρελό γέλιο. Το τέλος της κατηφόρας τελείωνε με απότομη στροφή. Το ξέραμε και γελούσαμε προκαταβολικά για την θεαματική τούμπα που θα κάναμε. 
Οταν ξαφνικά κάποια από τις άλλες άρχισε να φωνάζει: Προσοχήήήήή Αθά νααα τοοοοος, εγώ πρόλαβα να ακούσω μόνο το Θάνατος και να πεθαίνω από το πόνο που μου έκανε το σουβλερό φαρμακερό του αγκάθι, που είχε μπει ήδη στο μηρό μου.






25/5/09

Κρέμα Άνθος Αραβοσίτου. ...Μόνο κλαίγοντας!



Βασούλα, άμα ευκαιρίσεις, κάμε μου τη χάρη και κόπιασε κατά δω, σε χρειάζομαι και...για να σε συγκινήσω σου αφιερώνω το παρακάτω ποίημα του Σολωμού ''Ο θάνατος της ορφανής'' που η μαμά μας έλεγε σαν παραμύθι για να φάμε την κρέμα μας. ...Εκείνη με τους σβώλους! Μόνο κλαίγοντας κατέβαινε ο ...σβώλος κάτω.
''Πές μου, θυμᾶσαι, ἀγάπη μου, ἐκείνη τὴν παιδούλα,
Ὁποὖχε στὰ ξανθὰ μαλλιὰ νεοθέριστη μυρτούλα;
Ὁποὖχε σὰν παρθενικὸ τραντάφυλλο τὸ στόμα,
Ποὖχε τὰ μάτια γαλανὰ σὰν τ᾿ οὐρανοῦ τὸ χρῶμα;
Ποὺ πρὸς τὸ βράδυ πάντοτε μονάχη ἐπερπατοῦσε,
Κι᾿ εἶχε κοντὰ της ἕν᾿ ἀρνὶ ποὺ τὴν ἀκολουθοῦσε;
Ποὺ καθισμένη ἐβρίσκαμε στὸ ἔρμο περιγιάλι,
Καὶ λυπηρὰ ἐτραγούδαε τῆς ἄνοιξης τὰ κάλλη;
Ἄχ! τὸ τραγούδι ἀκλούθαε, κοιτάζοντας τὸ κύμα
Μὲ τόση λύπη, ποὺ ἔλεγες ὁπὼς ἐκοίταε μνῆμα.
Τὴ μαύρη! τὴν ἀπάντησα τὸ χάραμα στὸ δρόμο,
Ἀλλὰ τὴν κόρη τέσσεροι τὴν εἴχανε στὸν ὦμο·
Χυμένα ἦταν σ᾿ ὅλο της τὸ λείψανο ποὺ εὐώδα
Γιούλια, μοσκοῦλες καὶ γαντσιές, τραντάφυλλα καὶ ρόδα.
Σβημένα ἦταν τὰ μάτια της ποὺ φέγγαν σὰν ἀστέρια,
Καὶ μὲ κορδέλες κόκκινες δεμένα εἶχε τὰ χέρια.
Ἄχ! κατεβάζοντάς τηνε οἱ τέσσεροι ἀπ᾿ τὸ βράχο,
Κανεὶς δὲν τὴν ἀκλούθαε πάρεξ τὸ ἀρνὶ μονάχο,
Καὶ μαραμένα ἤτανε τὰ ἀνθηρὰ στολίδια,
Ποὺ κάθε αὐγὴ τοῦ ἐμάζωνε καὶ τοῦ ἔπλεκεν ἡ ἴδια.
Τ᾿ ἀρνὶ μόνον ἀκλούθαε, μπὲ μπέ, μπὲ μπὲ φωνάζει,
Πάντα μπὲ μπέ, πάντα μπὲ μπέ, καὶ τὴν παιδούλα κράζει.
Μὲ τὸ κουδούνι στὸ λαιμὸ εἰς τοὺς γκρεμοὺς περπάτει·
Ν τ ὶ ν ντὶν κουδούνιζε κοντὰ εἰς τὸ στερνὸ κρεβάτι.
Ἐτούτη εἶναι, κόρη μου, ἡ ὄμορφη παιδούλα,
Ὁποὖχε στὰ ξανθὰ μαλλιὰ νεοθέριστη μυρτούλα.''





20/5/09

Μία βολά και ένα καιρό...

Το παρακάτω παραμύθι, δεν θυμάμαι αν το διάβασα κάπου, ή το άκουσα από τη γιαγιά μου ή από ραδιοφωνική εκπομπή.Αυτό που θυμάμαι πολύ καλά είναι, ότι είναι παλιό ζακυθινό. Οπότε αποκλείω τη νόνα μου, γιατί αυτή ποτές δεν μας έδινε τα στοιχεία για την ταυτότητα του παραμυθιού. Μένει λοιπόν η πιθανότητα να το διάβασα ή να το άκουσα από το ραδιόφωνο και ας μου συγχωρεθεί που δεν είμαι σε θέση να κάνω μνεία της ''πηγής'' μου.


Μία φορά και ένα καιρό, ήταν ένας ζακυνθινός, καλός άνθρωπος μα είχε πάθος με τα χαρτιά, ήταν μανιακός χαρτοπαίχτης.
Κάποια φορά η γυναίκα του κατάφερε να εξοικονομήσει πέντε δεκάρες και τον έστειλε για να ψωνίσει κάνα μπουκούνι κρέας, ψωμί και κρασί. "Μη σε πλανέσει η μοίρα σου κακομοίρη μου και κάτσεις πουθενά να χαρτοπαίξεις! Δεν έχουμε άλλη δεκάρα.'' τον ορμήνεψε και τον έσκιαξε η γυναίκα του. ''Έγνοια σου, στο μινούτο θάμαι οπίσω''
Έλα όμως που τον έτρωγε το χέρι του! Είπε λοιπόν να ρίξει μία ματία κατακείθε που έπαιζε η παρέα του.Ήτανε να μη κάμει κατά κει! Μετά δεν ήθελε και πολύ και βρέθηκε με τα χαρτία στο χέρι να παίζει τσι δεκάρες που του ΄χε δοσμένες η γυναίκα του. Ωχ, ποίος τηνε ακούει την Αντζουλίνα. Παράτησε γρήγορα γρήγορα το παιχνίδι και έφυγε τρέχοντας για το θέλημα τση γυναικός του με τσι τρεις δεκάρες που καταφέρανε να του γλιτώσουνε. Τώρα τι να πρωτοαγοράσει; Κρεάς; Ψωμι; Κρασί; Μπα για κρέας δεν σώνουνε με τίποτσις. Θα πάρει ψωμί, κρασί, δύο σαρδέλλες και πέντε-έξι ελιές! Απορροφημένος όπως ήταν με τους λογαριασμούς του πέφτει πάνω σε κάποιον που ερχόταν αντίθετά του. Ουπς ο Ιησούς  Χριστός! Αμήχανος ο άνθρωπός μας αλλά και συγκλονισμένος από την συνάντηση προσκαλεί το Χριστό στο σπίτι του να φάνε μαζί το γιόμα. Ο Χριστός δέχτηκε και ο καθένας τους συνέχισε τον δρόμο του...
Με το που φτάνει στο σπίτι και βλέπει η γυναίκα του τσι αγορές που έκαμε, κατάλαβε τι γινήκανε οι δεκάρες και τον αρχίνησε τσι βρισίες ''...ωρέ  που να μπει ο @#%#@ μέσα σου , ωρέ αθεόφοβε..."
 "Α, καλά που μου το θύμησες, θα το λησμόναγα, κάλεσα το Χριστό, νάρθει τώρα το γιόμα να φάμε'' της πέταξε αθώα ο χαρτοπαίκτης μας, ελπίζοντας ότι θα τήνε λαϊμίσει με ευφτούνη την αλλαγή τση κουβέντας. Κόντεψε να πάει να φουρκιστεί η Αντζουλίνα ''Και τι θα φάμε ωρέ; που έφερες δύο σαρδέλλες  και πέντε ελιές;'' 
''Ε, και δε βάνεις δύο κραμπία και κομμάτι βρετζόττο, καϋμένη;'' Πραγματικά, επειδή και η Αντζουλίνα ήταν θεοσεβούμενη και θεώρησε μεγάλη τιμή που ο ίδιος ο Χριστός θα ερχόταν στο σπιτικό τση, έδωκε άφεση αμαρτιών στον άντρα της και έτρεξε να βάλει τα κραμπία στη παδέλα. Κατά το γιόμα να και ο Χριστός να χτυπάει την πόρτα τους! Ανοίγουν και τι να δουν; Ο Χριστός με τους δώδεκα μαθητές του! ''Κοπιάστε, κοπιάστε μέσα'' μισοτραύλισε το ζευγάρι.
Οι μαθητές μόλις ήδαν το φτωχικό τραπέζι το είπαν στον Κύριο. Ο Κύριος, ευλόγησε το τραπέζι και ο άρτος και ο οίνος επλυθήνανε,( για να μη πω και για τσι σαρδέλλες που γίνανε σα σκουράτζοι μεγάλες και για τσι ελιές που γίνανε σα ντω Καλαμώνε). Για να μη πολυλογώ αφού φάγανε και χορτάσανε, και κρασάκι το κρασάκι, αρχινήσανε τσι μπαρτζολέτες! Ο Χριστός πολύ ευχαριστημένος με την περιποίηση που του κάνανε, εκεί απάνου στο κέφι, λέει στον οικοδεσπότη ''Πες μου το θέλημά σου, ζήτα μου ότι θες και αυτό θα γίνει''.  Οι μαθητές του Κυρίου, συμβούλεψαν τότε, τον 'ανθρωπό μας να ζητήσει (αν θυμάμαι καλά), την αιώνια ευλογία του θεού, γιατί σπάνια ο Κύριος ήταν τόσο γαλαντόμος. Όμως ο δικός μας αρνήθηκε! Και απευθυνόμενος στο Χριστό του λέει '' Χριστέ μου, έχω ένα πάθος, το ξέρεις. Τα χαρτιά! Θέλω λοιπόν να είμαι ανίκητος εις τον αιώνα τον άπαντα. Να παίζω και να μη χάνω ποτές, ούτε και με τον ίδιο το διάολο αν παίξω.'' 
''Γεννηθήτω το θέλημά σου'', είπε ο Ιησούς και συνέχισαν να πίνουν και να μπαρτζολετάρουν. Και πάλι πάνω στο κέφι τον ρώτησε ο Ιησούς τι χάρη θέλει να του κάμει. Και πάλι οι μαθητές τον συμβούλεψαν να ζητήσει την αιώνια ευλογία του Θεού. Και πάλι ο χαρτοπαίκτης μας, αρνήθηκε! ''Κύριε'', του λέει, ''μέσα στον κήπο μου έχω μία μηλιά που κάνει πεντανόστιμα μήλα. Έρχουνται όμως κάτι μάγαρα από δω γύρω και δεν αφήνουν ούτε ένα, μου τα κόφτουνε ούλα. Θέλω το λοιπό, όγιος ξένος πηγαίνει στη μηλιά για μήλα να κολάει απάνου τσης και να μη μπορεί να ξεκολήσει.
''Γεννηθήτω το θέλημά σου, είπε ο Χριστός και συνέχισαν να πίνουν. Στη πέμπτη μπότσα ακόμη ευχαριστημένος και νηφάλιος (;) ο Χριστός τον ρωτάει: ''πες μου τι θέλεις να σου δώσω, τι χάρη να σου κάμω. Απόψε είμαι πολύ ευχαριστημένος. Και τότε ο χαρτοπαίκτηςύπάκουσε στη συμβουλή των μαθητών του Κυρίου και ζήτησε την αιώνια Ευλογία. ''Γεννηθήτω το θέλημά σου''  είπε ο Χριστός και αφού καληνύχτησε, έφυγε παρέα με τους μαθητές του.
Πέρασαν τα χρόνια, ο άνθρωπός μας ήταν αήτητος στα χαρτιά και τα ζάρια. Έκανε περιουσία, ζούσε καλά και άνετα. Ήρθε όμως η ώρα του για να πεθάνει. Έρχεται ο Άγγελος του Κυρίου για να τον συνοδέψει στον παράδεισο.
 "Ελα, είναι ώρα''
''Δεν μπορώ τώρα παίζω χαρτιά ''
''Δεν γίνεται να περιμένω. Ανωτέρα εντολή να σε πάω άμέσως στην πύλη του Παραδείσου''
''Κάνε μου πρώτα μία χάρη! Θέλω για τελευταία φορά να φάω ένα μήλο από τη μηλιά που έχω στο κήπο μου. Πας να μου φέρεις ένα; Μετά θα σε ακλουθήσω''  Τι να κάμει ο Άγγελος πάει στο κήπο  και φυσικά κολάει πάνω στη μηλιά.
Πέρασαν και άλλα χρόνια και όταν ο δικός μας βαρέθηκε να παίζει πήγε στη μηλιά ξεκόλησε τον Άγγελο ''Τώρα πάμε. Είμαι έτοιμος!'' του λέει.
Φθάνοντας στην πύλη του παραδείσου βλέπει την πύλη της κόλασης, αφού γύρεψε και είδε και τούτο το μέρος βλέπει δώδεκα κολασμένους, σε φριχτά βασανιστήρια ''Γιατί έτσι;'' ρωτάει. ''Α, ήταν οι πιο αμαρτωλοί άνθρωποι της γης'' του λέει ο Άγγελος. ''Λοιπόν θα κάτσω λιγουλακι εδωπά. Πήγαινε εσύ και έρχουμαι''  Τι να κάνει και ο Άγγελος φοβήθηκε μη τόνε κολήσει σε κάνα καζάνι τση κόλασης και έκαμε για τον Παράδεισο. Ο διάολος, έτυχε εκείνη την ώρα να παίζει χαρτιά. Πάει ο δικός μας και του λέει:
''Πας στοίχημα ότι θα σε κερδίσω;''
''Τι στοίχημα;'' ρωτάει ο διάολος
''Αν κερδίσω θα μου δώσεις αυτούς τους δωδεκα κολασμένους, αν χάσω θα με καις αιώνια στην κόλαση''
Ο διάολος συμφώνησε, σιγουρος οτι θα κερδίσει, αλλά φυσικά ...έχασε.
Παίρνει ο δικός μας τους δώδεκα κολασμένους και πάει στον Παράδεισο. Με το που τον βλέπει ο Χριστός βάζει τις φωνές: 
''Τι μου τους έφερες εδώ τους κολασμένους; Εγώ μόνο σε σένα έδωσα την αιώνια ευλογία του Θεού, μόνο εσένα κάλεσα στον Παράδεισο!
''και εγώ Κύριε, μόνο εσένα είχα καλέσει για φαί και συ μούρθες με τσου δώδεκα μαθητές σου!