25/5/10

Ρομαντικό δημοτικό άσμα



Προξενητάδες έστειλε ο Ράλλης για γυναίκα,
Τη βρήκανε οπώφαινε του Ράλλη το ζωνάρι.
Χρυσάφι, ασήμι τώρριχνε, και τ' ασημιού λογάρι,
Κι' ασήμι κι' ασημόγνεμα, κλονιά μαργαριτάρι.
Το έφανε, το ξύφανε, στον κόρφο της το βάνει.-
Μάνα, νερό δεν έχουμε κ' εγώ θα πάω να φέρω.-
Το χρυσό σίγλο άρπαξε, στη βρύσι κατεβαίνει.
Εκεί εύρυκε τζη όμοιαις της και τζη χειροτεραίς της.-
Μωρή καρυδομάγουλη κι' αμυγδαλογελάστρα,
Μωρή ανεράϊδα του γιαλού και ανευροχορταρίστρα,
Ο Ράλλης επαντεύτηκε κι' άλλη γυναίκα επήρε,
Κ' εσέ κουμπάρα κράζει σε να τόνε στεφανώσης.-
Εγώ, κι' αν παντρεύτηκε, με γεια του με χαρά του.
Να παντρευτώ θέλω κι' εγώ κοντά στη γειτονιά του,
Να πάρω από τη γέννατου και οχ τη γεννολογιά του,
Και να περνώ από κείθενε, να καίγετε η καρδιά του-
Να σου κι' ο Ράλλης έρχεται, στον μαύρον καβελλάρης,
Με το καπέλλο χαμηλά, την κόρη χαιρετάει.-
Βγάλε μου, κόρη μου, νερό, να πιώ κ' εγ' ο καϊμένος'
Κόρη τι έχείς και χλίβεσαι τι εχείς κι' αναστενάζεις;-


Έμαθα που παντρεύτηκες με γεια σου με χαρά σου,
Να παντρευτώ θέλω κ' εγώ, κοντά στη γειτονιά σου,
Για να περνώ από κείθενε, να καίγεται η καρδιά σου.
Πέρνει και πάει σπήτι της σα μήλο μαραμένο,
Σα μήλο, σα τριαντάφυλλο, σα Πατρινό κεράσι.
Η μάνα της την ερωτά, η μάνα της της λέει,
Τι έχεις Μαρία, και χλίβεσαι, τι έχεις και αναστενάζεις;-
Ο Ράλλης επαντεύτηκε, κι άλλη γυναίκα επήρε,
Κι εμέ κουμπάρα έκραξε για να τον στεφανώσω.-
Μωρή έχεις πόδια να σταθής, και μάτια να τηράξης.
Και χέρια βεργολύγιστα ν' αλλάξης τα στεφάνια;-
Και πόδια έχω να σταθώ, και μάτια να τηράξω,
Και χέργια βεργολύγιστα ν' αλλάξω τα στεφάνια.-
Κ' η μάνα της κ' η θειάδες της κ' η πρωτοξαδρεφαίς της
Τρεις μέραις την χτενίζανε, τρεις μέραις και τρεις νύχταις.
Τζη βάν τον ήλιο πρόσωπο, και το φεγγάρι στήθια,
Και του κοράκου τα φτερά τζη βάνουνε στα φρύδια.
Τον άμμο τον αμέτρητο' τζη βάνουν δακτυλίδια
Και σαν λουλούδια του βουνού βάνουν μαργαριτάρια.-
Τη ρούγα πέρνει μόνη της, στην εκκλησιά πηγαίνει.-
Μα εκεί παπάς δεν έψαλλε, διάκος δεν ελειτρούγα,
Κ' εκεί τ' αναγνωστόπουλα 'φήκαν το διάβασμά τους.-
Ψάλλε παπά, σαν έψαλλες, διάκο 'σαν ελειτρούγας.
Κ' εσείς αναγνωστόπουλα πέστε το διάβασμά σας!-
Και η Μαρία σαν έπαψε ο Ράλλης απλογήθη.-
Παπά μου, κάμε γλήγωρα, κάμε για τη ψυχή σου.
Μ' αυτή μαζή θα ζήσουμε, ώστε να βγή η ψυχή μας.-
Κ' η μάνατης σα γύρισε, τρέχει την αγκαλιάζει,
Καλώς τη θεγατέρα μου τη μυριοτιμημένη
Που για κουμπάρα εκίνησες κ' ήρθες στεφανωμένη.*


*Τοπικό Δημοτικό Τραγούδι που κατέγραψε ο αρχιεπίσκοπος Ζακύνθου, Νικόλαος Κατραμής στα ''ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΑ ΑΝΑΛΕΚΤΑ ΖΑΚΥΝΘΟΥ'' (1880)

Σημείωση 1 : Η ορθογραφία και τα σημεία στίξης είναι όπως στο πρωτότυπο. Η μόνη διαφορά είναι οτι χρησιμοποίησα το μονοτονικό και όχι το πολυτονικό του πρωτοτύπου.

Σημείωση 2 : Οι πίνακες είναι έργα του Edward Burne Jones

19/5/10

...δίνει βιτσιά του αλόγου του...

Δεν θυμάμαι πως ξεκίνησε, αλλά εδώ και μέρες μου έχει κολλήσει και εκεί που δεν το περιμένω και στο εντελώς άσχετο, ξεπετάγεται ανάμεσα στις σκέψεις μου ή στα λόγια μου: ''και στη δασκάλα πάει ''. Ποιός πάει, και γιατί πάει; Άγνωστο! Το σύμπτωμα μοιάζει με τικ. Δεν το ελέγχω και έχει αρχίσει πλέον να με απασχολεί. Και άλλες φορές μου έχει συμβεί να ξεπετάγονται από το πουθενά λέξεις ή φράσεις που κάποτε με είχαν δυσκολέψει στην απομνημόνευσή τους. Τούτη δω όμως είναι μια απλή φράση τι δυσκολία μπορεί να είχε ποτέ; Το συζητώ με το alter ego μου, την αδελφούλα μου, που πολλές φορές ο ''σκληρός της δίσκος'' έχει πληροφορίες που στον δικό μου έχουν διαγραφεί ή καταστραφεί.
''Περπατώντας πάει στη δασκάλα;'' με ρωτάει
''Με άλογο'' της απαντώ αυθόρμητα.
''Σαν να μου θυμίζει κάτι, κάτι στενάχωρο''
''Έχεις δίκιο, κάτι μας έλεγε η μαμά, ένα τραγούδι''.
''Ένα τραγούδι για έναν πατέρα που έψαχνε το γιο του και πήγε στο σχολείο να τον βρεί''
''Δίνει βιτσιά του αλόγου του και πάει στη δασκάλα. Αυτό είναι!''
''Δεν ψάχνουμε στο ίντερνετ να το βρούμε;''

Στο ίντερνετ...μεγάλη ήττα! Χιλιάδες σελίδες! Όποια και αν ανοίγαμε είχε να κάνει με βίτσια με ζώα κλπ μέχρι και σε ομηρικό έπος πέσαμε με ...διαφορετικό τρόπο γραμμένο. Ήμασταν έτοιμες να τα παρατήσουμε γιατί δεν μπορούσαμε να θυμηθούμε κάποιο άλλο στίχο ή κάποια λέξη -κλειδί και ενώ κατεύθυνα ήδη τον κέρσορα προς το ''Χ'' του κλεισίματος....
''αν είσαι Τούρκος φάγε με'', ψιθυρίζω σαν υπνωτισμένη
''αν είσαι σκύλος πιές με, αν είσαι ο πατέρας μου,'' ψιθυρίζει στην ίδια κατάσταση και η Βάσω
''σκύψε και φίλησέ με'' οι δυό μας εν χορώ.
Πως ξεπήδησε τώρα, όλο τούτο; ύστερα από τόσα χρόνια που 'ταν καταχωνιασμένο; Πρέπει να είχαμε την ηλικία των κοριτσιών μας , τεσσάρων με πέντε, όταν μας το έλεγε η μάνα μας. Ήταν από κείνα τα θλιβερότράγουδα που μας έλεγε για να καταφέρει να μας ταϊσει ενώ κλαίγαμε (διαφορετικά δεν υπήρχε περίπτωση να ανοίξουμε το στόμα μας).

Πληκτρολογώ ''αν είσαι Τούρκος φάγε με'' και ...ιδού από τα δημοτικά τραγούδια της Ανδριανουπόλεως στον β΄τόμο των Θρακικών

Ή φόνισσα μάννα

Μικρός μικρός στα γράμματα, μεγάλος στο σχολείο,
τον σχόλασεν ο δάσκαλος να πάει να γιοματίσει.
Στον δρόμον οπού πήγαινε τον Θιόν παρακαλούσε,
να εΰρει την μητέρα του μαζί με τον πατέρα.
Μα βρήκε την μητέρα του με ξένο παλλικάρι.
—`Ας ειν` , ας είν` , μητέρα μου. κι` αν δεν το μαρτυρήσω,
αν έρθει ο πατέρας μου, κι` αν δεν το μαρτύρησω.
—Τι είδες, βρε διαβουλογέ, και τι θά μαρτυρήσεις ;
—Ό,τι είδανε τα μάτια μου, κείνο θά μαρτυρήσω.
Τον πιάν` απ` το χεράκι του και σαν αρνί τον σφάζει.
Παίρνει τις δυο τις πλάτες του στον μάγειρα τις δίνει.
—Να, μάγειρα, μαγείριψη κρέατα ανθρωπίσια.
—Να κι` ο πατέρας τ' έρχεται άπαν` απ' το μπαΐρι
φέρνει καμήλες δώδεκα, μουλάρια δεκαπέντε,
φέρνει κ ενα χρυσό πουλί να παίζει ο Κωνσταντίνος.
—Καλή μέρα, νοικοκυρά, και πουν` ο Κωνσταντίνος ;
Τον έφερα χρυσό πουλί να παίζει να έγλεντίζει.
— Τον άλλαξα τον στόλισα, στον δάσκαλο πηγαίνει.
—Καλή μέρα σου, δάσκαλε, και πούνε ο Κωνσταντίνος,
τον έφερα χρυσό πουλί να παίζει να έγλεντίζι.
—Τρεις μέρες έχω να τον ίδώ και τρεις να τον διαβάσω,
και άλλες τρεις αν δεν τον δγιώ τον νουν μου θε να χάσω ,
Καβαλικεύει τ` άλογο στο σπίτι του πηγαίνει.
—Δεν ειν`, κυρά μου, το παιδί, δεν ειν` ο Κωνσταντίνος.
—Κάτσε να φας, κάτσε να πχής κάτσε να τραγουδήσεις,
κι' από δυο ώρες υστέρα θά έρτ` κι` ο Κωνσταντίνος.
Στρώνει τραπέζι ολόχρυσο και κούπα διαμαντένια,
και τα χουλιαριά πού θά φαν, ήτανε ασημένια.
Και πήρε μια και πήρε δυο στο τρίτο απεκρίθη.
—`Αν είσαι σκυλλος φάγε με, η λύκος λυσσασμένος,
κι` αν είσαι ο πατέρας μου, σκύψε και φίλησε με.
Την πιάνει απ` τα μαλλάκια της και στο σακκι την βάζει,
στο άλογο την φόρτωσε, στον μυλον την πηγαίνει.
—`Αλεθε, μυλε μ`, αλέθε, μιας αγνωμης κορμάκι,
να κάμς αλεύρι κόκκινο και την πασπάλη μαύρη,
να έρχουνται οί εΰμορφες να παίρνουν κοκκινάδι.
ναρχουνται κ` οί γραμματικοί να παίρνουνε μελάνι,
να γράφουνε τα πάθια μου, τα πάθια της καρδιάς μου.
(Πρβλ. 'Εκλογ. Πολίτου 152. 91):

Βρήκα και άλλη παραλλαγή πολύ πιο κοντά σε αυτό που θυμόμασταν σε φόρουμ που αφορά σε παραδοσιακή μουσική από Άρτα και μία ακόμη από το Ριζοκάρπασον της Κύπρου:

Μιαν ημέρα ο Κωστάκης (δίς) πήγεν νά κυνηγήση. (δίς)
Βρίσκει δυό φίδια ζωντανά (δίς) καί δύο σκοτωμένα, (δίς)
βρίσκει καί τήμ μανούλαν του (δίς) μέ δυο παλληκαράκια. (δίς)
—Βρέ, τί είδες, βρέ. τί άκουσες (δίς) καί τί Θα μαρτυρήσεις (δίς)
—“Οτι είδαν τά ματάκια μου, (δίς) αύτα Θα μαρτυρήσω. (δίς)
Βγάζει καί τήμ μαχαίραν της (δίς) καί τόμ ‘ποκεφαλίζει, (δίς)
βγάζει καί τ’ άντερούκια του (δίς) καί στό πκιάτον τά βάζει. (δίς)
—Γυναίκα, πού είναι τό παιδίμ, (δίς) πού είναι ό Κωστάκης; (δίς)
—Είς τήγ γιαγιάν του πήγαινε (δίς) καί έκεί θέ νά τόν εύρης. (δίς)
Καβαλλικεύει τ’ άλογον (δίς) καί στήγ γιαγιάν του πάει. (δίς)
—Γιαγιά, έδώ είναι τό παιδίν, (δίς) έδώ είναι ό Κωστάκης; (δίς)
—“Εχω τρείς μέρες νά τόδ δώ (δίς) καί τρείς νά τού μιλήσω. (δίς)
Καβαλλικεύει τ’ άλογον (δίς) καί στήγ γυναίκαμ πάει. (δίς)
—Γυναίκα, πού είναι τό παιδίμ, (δίς) πού είναι ό Κωστάκης; (δίς)
—Είς τό οχολειόν του πήγαινε (δίς) καί έκεί Θέ νά τόν εύρης. (δίς)
Καβαλλικεύει τ’ άλογον (δίς) καί στό σχολειόν του πάει. (δίς)
—Δάσκαλε, ‘δώ είναι τό παιδίν, (δίς) έδώ είναι ό Κωστάκης; (δίς)
—“Εχω τρείς μέρες νά τόδ δώ (δίς) καί τρείς νά τού διαβάσω. (δίς)
Καβαλλικεύει τ’ άλογον (δίς) καί στήγ γυναίκαμ πάει. (δίς)
—Γυναίκα, πού είναι τό παιδίν; (δίς) — ‘Εδώ είναι ό Κωστάκης; (δίς)
Κάτσε νά φάς κάτσε νά πκιής, (δίς) κάτσε τζιαί νά γλεντήσης. (δίς)
—“Αν είσαι Τούρκος, φάγε με, (δίς) κι’ άν σκύλος, πκιέ με, (δίς)
τζι’ άν είσαι ό πατέρας μου, (δίς) σκύψε καί φίλησέ με. (δίς)
Πκιάννει καί τήγ γυναίκαν του (δίς) καί στ’ άλογον τήδ δένει. (δίς)
Κτυπά βιτσιάν τ’ άλόγου του, (δίς) παίρνει καί τήσ σκοτώννει. (δίς).

Τι παράξενο; Αυτό που θυμόμασταν είχε στίχους και από τις τρεις παραλλαγές. Ανδριανούπολη, Κύπρος, Άρτα, Ζάκυνθος. Παράξενη και θαυμαστή διαδρομή! Από στόμα σε στόμα! Ταξίδευε ο άνθρωπος και ταξίδευαν και τα τραγούδια του τόπου του μαζί του. Μεταδημότευαν και τούτα σε νέους τόπους και ο νέος τόπος τα μπόλιαζε με τη δική του γλώσσα/διάλεκτο. Τους πρόσθετε καινούριες λεπτομέρειες και αφαιρούσε κάποιες άλλες, ανάλογα με τη φαντασία του κάθε τραγουδιστή. Έτσι δεν κάνει η λαϊκή Μούσα; Πολύ πολύ ενδιαφέρουσα η ανάλυση του Ν. Πολίτη που ανάγει το θέμα στους αρχαίους μύθους και παραμύθια. Το αρχαιότερο έγγραφο που αναφέρει το τραγούδι βρέθηκε σε μοναστήρι στα μεταίωρα και είναι του 16ου/17ου αιώνα. Λεπτομέρειες στο φόρουμ των Αρτινών

Η Βάσω και εγώ νοιώσαμε την ίδια φρίκη, όπως τότε που ήμασταν μικρές και μπορεί να μη είμαστε ακριβώς σίγουρες πως ήταν αυτό που μας έλεγε η μητέρα μας (πιθανόν να είχε αφαιρέσει κάποια σημεία ή να τα απάλυνε βάζοντας τις δικές της βελονιές), το σίγουρο όμως είναι ότι δεν πρόκειται να το πούμε στα παιδιά μας αν δεν φθάσουν πρώτα στην εφηβεία.

Υ.Γ Στον ''σκληρό'' της αδελφής μου υπάρχει καταγραφή ότι αρχικά η μητέρα μας ξεκίνησε να λέει κρυφά μας, το τραγούδι στον αδερφό μας που είναι αρκετά μεγαλύτερός μας. Εμείς κάτι αρπάξαμε και με γαλυφίες καταφέραμε τον μεγάλο να μας το πει. Σοκαριστήκαμε βέβαια, αλλά και μας έλκυε να το ακούμε. ''Ελα μαμά πες το μας, αφού το ξέρουμε...''

8/4/10

Η Άνοιξη στην αυλή μας

Τα χαμομήλια, που η νόνα μας έβαζε να μαζεύουμε μέσα σε μεγάλα ταψιά, για να τα αποξηράνουμε στον ήλιο. Τον χειμώνα μας έφτιαχνε ζεστό χαμομήλι για να περάσει ο πόνος του λαιμού ή της κοιλιάς. Πολλές φορές το χρησιμοποιούσε σε κομπρέσες ή για πλύση των ματιών. Άλλες φορές με έλουζε με αυτό για να ξανθίνουν πιο πολύ τα μαλλιά μου. Μες στα χαμομήλια παίζαμε και αποκοιμιόμασταν με το νανούρισμα της μέλισσας!

Μοιάζουν με τις κάλες, αλλά μάλλον δεν είναι!
Είναι οι αγαπημένοι κρίνοι της μαμάς!
Είχε φέρει τους βολβούς από το πατρικό της. Εκεί κοντά στο σημείο που φύτρωναν, έβαζε τη σκάφη και έπλενε. Θυμάμαι τις σαπουνάδες από το Rol να στέκονται εκεί, γύρω από το βλαστό τους, στη μικρή λάκα. Θυμάμαι και τη Σουλτάνα, τη φρυγμένη από τον ήλιο, γριά γύφτισσα, με τις βαθιές ρυτίδες να αυλακώνουν το πρόσωπό της. Τη φοβόμασταν! Μαυριδερή, ρυτιδιασμένη και με ένα χρυσό δόντι. Κάπνιζε! Παράξενο θέαμα για μας τότε. Είχε και ένα μεγάλο ταγάρι στον ώμο της, που στα κρυφά προσπαθούσαμε να υπολογίσουμε αν χωράμε μέσα του. Ήξερε η γριά οτι ενοχλούσαμε τη μαμά με τα παιχνίδια μας στη σαπουνάδα και τα νερά και μας έσκιαζε οτι θα μας βάλει στο σακούλι να μας πάρει στη σκηνή της. Βολευόταν και η μαμά με το φόβο μας και μόλις την έβλεπε τη φώναζε. Εκείνη ερχόταν..., εμείς εξαφανιζόμασταν. Οι δυό γυναίκες μοιράζονταν τον πόνο τους. Και ή μία η άλλη είχαν χάσει από ένα γιο. Στο αρχείο της μνήμης αυτές οι εικόνες είναι μοιραία αρχειοθετημένες μαζί. Συνειρμική αλυσίδα: Κρίνος/σκάφη/σαπουνάδες/Σουλτάνα/σακούλι. Σε κείνη τη γωνιά των κρίνων έπεσε τσιμέντο και έγινε σκαλοπάτι. Εξαφανίστηκαν οι κρίνοι για χρόνια , για να εμφανιστούν πολύ πολύ αργότερα, , λίγο πιο πέρα από την πόντα του τελευταίου σκαλουνιού, λίγο πριν φύγει η μαμά. Παράξενη αυτή η λάθρα επιβίωση. Και θαυμαστή!

Οι τρομπέτες των Αγγέλων! Και αυτές από το πατρικό της και αγαπημένες. Ήρθαν πιο πρόσφατα στην αυλή μας και δεν συνδέονται με παιδικές μνήμες, παρά μόνο με το μέρος από όπου ήρθαν. Το λυόμενο σπίτι της γιαγιάς και ο πανέμορφος κήπος της! Φωτογραφίες με τα ξαδέλφια κάτω από τις λευκές τρομπέτες.

Εκατόφυλλη τριανταφυλλιά! Την είχε φέρει και αυτή η μαμά από το πατρικό της, σαν ήρθε νύφη στο σπίτι της πεθεράς της. Δυστυχώς, κάτι πήγαινε στραβά και ενώ είχε πολλά πολλά μπουμπούκια, ποτέ δεν άνοιγαν. Δεν την είχαμε δει ποτέ να ανθίζει. Κάθε χρονιά έλπιζε οτι τούτη την Άνοιξη θάναι αλλιώς και θα ανθίζαν τα μπουμπούκια. Τίποτα! Ξεραινόντουσαν με το που έσκαγε η ροζ μυτούλα τους. Το πήρε απόφαση οτι του κάκου την πότιζε - δεν είχαμε και τρεχούμενο νερό τότε, από το πηγάδι το κουβάλιε με τσι λάτες- και την κλάδεψε από τη ρίζα για να τσιμενταριστεί η αυλή. Με χρόνους και καιρούς, μέσα από μια μικρή χαραμάδα, μια μικρή ρωγμή στην άκρη της αυλής, ξεπήδησε ένα βλασταράκι. Μετά δεύτερο και τρίτο. Συγκινήθηκε η μάνα μας και με αυτών τη λάθρα παρουσία τους, την ετσιθελική , την πεισματάρικη και θαυμαστή. Τόσο καιρό επιβίωσαν κάτω από τη τσιμεντένια πλάκα, χωρίς νερό, χωρίς φως, σαν σε τάφο. Τι στο καλό! Η δύναμη της φύσης, της ζωής, σε πείσμα όλων, πάντα από παντού θα ξεπηδάει! Τους έδωσε μια δεύτερη ευκαιρία! Έσπασε το τσιμέντο, τα πότιζε και τα φρόντιζε με πολλή τρυφερότητα. Βρήκε και κάποιο λίπασμα, τα ράντισε και με κάποιο φάρμακο που της είπαν και...ανταμείφθηκε με άπειρα εκατόφυλλα τριαντάφυλλα.
Σήμερα μόνο οι βροχές φροντίζουν τα φυτά που ανθίζουν την Άνοιξη. Και όμως! Συνεχίζουν να ανθίζουν! Ευτυχώς!

17/3/10

Μάθημα Σολφέζ και οβρίες



Έι, ψιιιτ! Εδώ είμαι! Επέστρεψα στο ...μπλογκ. Πάνω από μήνα (οι λόγοι πολλοί) το έχω παρατημένο να παραδέρνει με παλιές αναρτήσεις στις ιντερνετικές παλίρροιες. Αλλά σήμερα, σαν προκομένη που (δεν) είμαι, ήθελα να φτιάξω αγκινάρες παραγιομιστές και πήγα στη Λαϊκή για μάραθα. Και τι νομίζετε οτι βρήκα; Ε, ναι, βρήκα αγκινάρες και μάραθο (μόνο ένας το είχε) αλλά βρήκα και Ο β ρ ί ε ς. Μάλιστα οβρίες! Με το που είδα το ματσέτο σήκωσα ερωτηματικά το φρύδι. ''Οβρίες!'' μου λέει ο μαιτρ. ''Θέλω!'' λέω. Για χάρη του ματσέτου με τσι οβρίες, νάαααμαι και από δω! Πως; Πως συνδέονται με το μπλογκ; Α, ναι! Συνδέονται, συνδέονται! Και να πως!
Στην προηγούμενη ανάρτηση είχα πει οτι θα έγραφα για ένα πρόσωπο που ενώ ευεργέτισε το χωριό μου και γενικά τα χωρία του κάμπου, όλοι την εχουν ξεχάσει. Ναι, πρόκειται για μια κυρία: Την κυρία Αγγελική Κολυβά ή Κολυβού όπως την λέγαμε.
Η Αγγελική Κολυβά, είχε χάσει τον αδερφό της -ήταν αξιωματικός σε κάποιο σώμα (συγνώμη που δεν θυμάμαι σε ποιό) και είχε αφιερώσει τη ζωή της και τη περιουσία της στο να δημιουργήσει κάτι σημαντικό και ωφέλιμο για τη μνήμη του. Αποφάσισε να χτίσει ένα Ωδείο ώστε και τα παιδιά της υπαίθρου να μάθουν (εντελώς δωρεάν) μουσική, χορό, τραγούδι, θέατρο και να έρθουν σε επαφή με την τέχνη, την ζακυνθινή παράδοση,την κουλτούρα, τον πολιτισμό. Ένα Ωδείο όπου θα γινόταν κέντρο Πολιτισμού και Τεχνών και θα συνέβαλλε στην καλλιέργεια του πνεύματος της μαθητιώσας νεολαίας.
Υστερα από άκαρπες; αναζητήσεις κατάλληλου οικοπέδου στο χωριό της, το Σκουληκάδο, κατέληξε στον Αγγερικό. Αγόρασε το οικόπεδο, και ξεκίνησε και η θεμελίωση του Ωδείου. Σύσσωμο το δημοτικό σχολείο βρέθηκε εκεί για την δεντροφύτευση. Ναι, κάποιες από τις λεύκες που βλέπετε σήμερα, τις έχουμε φυτέψει εγώ και η αδελφή μου! Ανυπομονούσαμε να τελειώσει και να γίνουν τα εγκαίνια. Η μαμά, σαν η μοναδική μοδίστρα του χωριού, που ήταν, είχε αναλάβει να ράψει τις κουρτίνες. Βαρύ βελούδο! Αμέτρητα μέτρα! Βαθύ κόκκινο! Ο Κουφογιάννης από τα Λαγκαδάκια δάσκαλος για τα έγχορδα: Κιθάρες, μαντολίνα, μάντολες. Ο Σαμψαρέλλος από τη χώρα για τα πνευστά: Αμφώνιο (παναθεμά το, μεγαλύτερο από μένα ήταν), κορνέτες, κλαρίνα κ.α. Από την Πάτρα είχε φέρει ένα δάσκαλο για πιάνο και σολφέζ. Το μόνο βαρετό μάθημα ήταν η θεωρία της μουσικής και οι ορισμοί για allegro κλπ. Κάθε απόγευμα πρόβες, πρόβες για τα εγκαίνια, για τη χριστουγενιάτικη γιορτή, για απόκριες, για κάθε εκδήλωση. Μαθητές από το δικό μας και τα γύρω χωριά: Σαρακηνάδο, Λαγκαδάκια, Καλλιπάδο, Χουρχουλίδι κλπ. Άλλοι στη μαντολινάτα, άλλοι στη χορωδία, στο θεατρικό για χριστουγεννιάτικα κάλαντα κλπ και άλλοι στο χορό (κυρίως ενήλικες) για τσι απόκριες: Καντρίλιες. Δάσκαλος ο Κεφαλληνός, ο γυμναστής. (Στις φετινές απόκριες άκουσα οτι μόνο στη Λευκάδα και στη Κέρκυρα υπάρχει χορευτικό συγκρότημα για καντρίλιες. Που να ξεραν οτι πριν 30 χρόνια έγινε μια προσπάθεια από την Κολυβά για αναβίωσή τους) Μάθαμε και λανσιέρηδες; (δεν θυμάμαι καλά) με change le dam* (αλλάξτε ντάμες). Μάλλον δεν έκανα πολλά μαθήματα εδώ. Ενώ στις καντρίλιες!!! Χορέψαμε με μακρυά μεσαιωνικά φορέματα που μας είχε ράψει η μαμά. Λοιπόν για την Κολυβά ήθελα να πω και πάλι στη μαμά καταλήγω. Επανέρχομαι στο θέμα μου. Στο Ωδείο της Αγγελικής Κολυβά, πολλά παιδάκια και γονείς, ήρθαν σε επαφή με τη μουσική, τη τέχνη, τη παράδοση. τον πολιτισμό. Για πολλά άλλαξε η ζωή τους και έγιναν μουσικοί. Στο τεράστιο οικόπεδο που αγόρασε, χτίστηκε το Τεχνικό Λύκειο, ''οι σχολές'' όπως λέμε.
Σήμερα! Το Ωδείο εγκαταλείφθηκε στη φθορά του χρόνου και στο τέλος κατεδαφίστηκε ως ακατάλληλο. Μάλλον οι διάφοροι εργολάβοι, την είχαν κατακλέψει. Απ΄ότι διαβάζω και στην ''Ημέρα τση Ζάκυθος'' και οι σχολές δεν είναι σε καλύτερη κατάσταση από θέμα ασφάλειας.
Σήμερα! Κανείς δεν θυμάται την Κολυβού! Ούτε ένας δρόμος , ούτε ένα παλιοκάντουνο δεν φέρει το όνομά της, ούτε καν μνεία σε κάποια επιγραφή. Τίποτσις και κανείς!

Α, πάλι λησμόνησα τσι οβρίες...
Λοιπόν, ο δάσκαλος του Σολφέζ , όπως εγραψα, ήταν από την Πάτρα.*** Κάποιο παιδάκι**, Απρίλης θάτανε, τούφερε ρεγκάλο ένα μάτσο οβρίες. Ο δάσκαλος, άμαθος καθώς φαίνεται για τα της χλωρίδας τα βρώσιμα, και συνηθισμένος σε μαθητικές καζούρες, νόμισε οτι αυτά τα άσχημα αγριόχορτα του τα πρόσφεραν αντίς για ανθοδέσμη και θυμωμένος τα άρπαξε και τα πέταξε όξω από το παρεθύρι, στο χωράφι! Για καιρούς ήταν το ανέκδοτο του χωριού. ''ωρέεε, ακούς εκεί, να πετάξει τσι οβρίες απο το παρεθύρι;!
*Πως στο καλό γράφεται αυτό στα γαλλικά;
** Δεν ήμουν εγώ αυτό το παιδάκι, γιατί ως φάλτσα, μόλις με άκουσε, με έδιωξε. Οχι, δεν ήμουν εγώ!
***Κική, ελπίζω να μην είναι κάποιος γνωστός σου!
***** Η πρώτη φωτογραφία είναι από www.laspistasteria.wordpress.com

5/2/10

Ο Αρετίνος



Πάει και η Τσικνοπέμπτη! Ούτε που το κατάλαβα πότε ήρθε! Χμ, εδώ στη μεγάλη πόλη, μόνο η τσίκνα που υπάρχει παντού, σου υπογραμμίζει τη διαφορά της μέρας. Δεν ξέρω αν στα χωριά γίνεται κάτι διαφορετικό, αλλά θυμάμαι τότε που ήμασταν παιδιά περιμέναμε την Τσικνοπέμπτη για να βγάλουμε το άχτι μας εναντίον κάποιων συμμαθητών και συμμαθητριών με τους οποίους βρισκόμασταν σε εμπόλεμη κατάσταση. Τσουκνίδες! Δεμάτια ολόκληρα κρυμμένα σε κάποια γωνιά του σχολείου για το διάλειμμα, για το σχόλασμα. Και πως πόναγαν οι άτιμες! Ακόμη και πάνω από τα παντελόνια σου έκαναν φαγούρα. Τα πρώτα χρόνια γυρνούσαμε με κλάμματα στο σπίτι, τα επόμενα χτυπάγαμε και μεις.
Οι γονείς μας γελούσαν με τα παθήματά μας, και δεν συγχύζονταν καθόλου για τις φλύκταινες που είχαν τα πόδια μας. Ε, δεν μας μεγάλωναν και στα πούπουλα...ήταν και το έθιμο, τι να έλεγαν; Άκόμη και σήμερα, ο πατέρας μου, μου καταλογίζει οτι δεν σκληραγωγώ τα παιδιά μου (μωρέ σίγουρα είναι ζακυθινός; μπας και έχει dna αρχαίου σπαρτιάτη;)

Με την ευκαιρία της αποκριάς θέλω να κάνω μνεία σε δύο πρόσωπα που συνέβαλαν στη πολιτιστική αφύπνιση της ζακυνθινής υπαίθρου.

Ήταν Κυριακή μεσημέρι και η μάνα μας μας πίεζε να διαβάσουμε για να ξεμπερδεύουμε γιατί το απόγευμα θα πηγαίναμε στο σχολείο για να δούμε ''ομιλία''. Να '' δούμε '' την ομιλία! Τι να δούμε, δηλαδή, και τι να ακούσουμε σε μια βαρετή ομιλία; Δεν θέλαμε να πάμε! Τραβηχτές μας μας πήρε και μας πήγε. Και εκεί που χαζοχαζεύαμε για να δούμε πώς θα σκοτώσουμε την επόμενη βαρετή ώρα, ανοίγουνε οι κουρτίνες του πάλκου που είχαν στήσει για τον ομιλητή( ; ) και γουρλώσαμε τα μάτια μας από την έκπληξη και την απορία. Μα τι γινόταν εκεί πάνω; Μπροστά μας βλέπαμε ένα επιπλωμένο δωμάτιο με καθίκλες με ψιλή πλάτη, τραπέζι με ωραίο τραπεζομάντιλο, χαλί κάτω, κουρτίνες και άλλα πράγματα που θύμιζαν σάλα αρχοντικού και όχι την εξέδρα που βγάζει κάποιος λόγο (γιατί αυτό είχαμε καταλάβει με την ομιλία) και για να μην έχουμε αμφιβολίες ρωτάμε τις φίλες μας. ''Ποίος θα μιλήσει''; Αυτές γέλασαν. ''Να, ο Σπύρος του Παλαιού θα κάμει τον φτωχό Αρετίνο και ο Κώστας του Λαμπούδη θα κάμει τη κοντεσίνα'' Γυρίζουμε και βλέπουμε καμία δεκαρία άντρες και αγόρια μασκαρεμένους. Άλλος έκανε το σέμπρο, άλλος τον κόντε, άλλος τη κοντεσίνα. Μόνο άντρες θα έπαιζαν.... Σε λίγο να και ο Βυζάκιας με τα ταμπουρλονιάκαρα (ελπίζω να το γράφω σωστά) από τους τελευταίους που ήξεραν να παίζουν αυτό το είδος μουσικής (βυζαντινό κατάλοιπο νομίζω). Στο πάλκο ανεβαίνει ο Νιόνιος ο Αρβανιτάκης γνωστός και ως Μπολής*. Αναφέρεται στην υπόθεση του έργου που θα δούμε, για τις έρευνες που έκαμε ώστε να προσαρμόσει τους διαλόγους στη γλώσσα των παλαιώνε.

Πρόκειται για ένα παλικάρι που αγάπησε μια αρχοντοπούλα. Ο πατέρας της ενάντιος σε αυτή τη σχέση βάνει αμολητούς και δεμένους για να την εμποδίσουν.

Ο Αρετίνος, το ερωτευμένο παλικάρι, καταφέρνει να γλιτώσει από τους εχθρούς του και παντρεύεται την κοντεσίνα του.

Η υπόθεση θύμιζε λίγο ''Ερωτόκριτο'', λίγο ''Ρεμπελιό των ποπολάρων'', λίγο αρχαία τραγωδία με στοιχεία τραγικής ειρωνείας και κάθαρσης. Μια κλασική ιστορία αγάπης και ίντριγκας δηλαδή, αλλά ...τι σημασία έχει; Όλοι οι μεγάλοι συγγραφείς έχουν εμπνευστεί από αυτό το μοτίβο. Το έργο ήταν γνήσιο πνευματικό παιδί του Μπολή.

Κλείνουν οι κουρτίνες, ο Βυζάκιας ξαναπαίζει ταμπουρλονιάκαρα, ανοίγουν οι κουρτίνες. Στη μεγάλη πολυθρόνα σαν σε θρόνο, κάθεται ο Νικόλας του Μπαλαφούρα. Φοράει άσπρη περούκα και γενειάδα και η βροντερή φωνή του τραντάζει το πάλκο. ''Ωρεεεέ, που να μπει ο διάολος μέσα σουουου, ωρεεεεέ μούλε του κερατάαα, δεν ακούς που σου φουγιάζωωω'' ''Όρσε μες στο μάτι σου...'' Τι έκπληξη ήταν αυτή; Ακούγαμε διαλόγους και βρισίες σε ατόφια ζακυνθινή γλώσσα, στη μητρική μας, στη ντοπιολαλλιά μας. Σε αυτήν που ο γλωσσικός ρατσισμός των ημερών μας, ήθελε να εξαφανίσει. Και τι μουσική που δημιουργούσαν τα τόσα μας ασυναίρετα και τα τραβήγματα στη προφορά! Βέβαια μερικές φορές τα παρατράβαγαν σε σημείο που νόμιζες οτι μιλάνε κλαίγοντας. Οι μεγάλοι είχαν ξεκαρδιστεί στα γέλια. Σε κάποιες άλλες σκηνές όμως, δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τα δάκρυά τους. Όπως στη σκηνή που ο Αρετίνος στέκεται μπροστά την Κοντεσίνα και της λέει πένθιμα '' Ο Αρετίνος πέθανε, ο Αρετίνος πάει'' Η ομιλία ενθουσίασε τον κόσμο και καταχειροκροτήθηκε. Τα επόμενα χρόνια η καλή προσπάθεια συνεχίστηκε με καινούρια ομιλία κάθε φορά από τον κο Διονύση Αρβανιτάκη ή Μπολή. Οι ομιλίες του Μπολή έγιναν παράδειγμα προς μίμηση από όλο το νησί, γιατί είναι γεγονός οτι αυτό το παμπάλαιο έθιμο της αποκριάς, με παραστάσεις του Λαϊκού Θεάτρου ώς Comedia dell Arte, είχε σκεπαστεί με λήθη για πολλά χρόνια και η μοναδική μνεία γινόταν από λίγους λόγιους και αυτό στην περίπτωση που έπαιρναν μέρος σε διεθνείς συναντήσεις για το μεσαιωνικό λαϊκό θέατρο. Από τούδε και στο εξής απλοί άνθρωποι από τα γύρω χωριά προσπάθησαν να φτιάξουν τις δικές τους ομιλίες και μερικοί τα έχουν καταφέρει καλά, με αποτέλεσμα σήμερα να μη νοείται αποκριά χωρίς ''ομιλία''. Εχει πλέον αναβιώσει ως έθιμο σε πολλά χωριά. Σε πολλά, εκτός από το δικό μας!. Είμαστε το μόνο χωριό που δεν έχει πολιτιστικό σύλλογο. Είχαμε, αλλά καταφέραμε να τον διαλύσουμε.

Ο Μπολής, μας έχει αφήσει χρόνους και σα να φτώχηνε το χωριό μας πνευματικά! Έχει αφήσει όμως πίσω το έργο του: Την αρχή που έκανε ώστε να γνωρίσουμε και να αγαπήσουμε την παράδοση και την γλώσσα μας και το χειρόγραφο έργο που άφησε. Ο Μπολής, σημαντικά υπεύθυνος για την πολιτιστική αφύπνιση της υπαίθρου, έχει ξεχαστεί από τους συγχωριανούς του, που το λιγότερο που θα μπορούσανε να κάνουν θα ήταν να δοθεί το όνομά του στον δρόμο που περνάει μπροστά από το σπίτι του.

Για το άλλο πρόσωπο, την Αγγελική Κολυβά ή Κολυβού όπως τη λέγαμε, που αφιέρωσε τη ζωή της στη δωρεάν μουσική καλλιέργεια της υπαίθρου ιδρύωνταςτο Ωδείο, θα αναφερθώ σε επόμενη ανάρτηση

 * Μπολής ονομαζόταν τα πολύ παλιά χρόνια ένας εβραίος γυρολόγος και καθώς ο σύγχρονός μας έκανε αγώγια, φαντάζομαι γι αυτό τον έβγαλαν έτσι. 
 
ΣΗΜΕΙΩΣΗ 17/2/2018 : Το χωριό μας έχει εδώ και 4 χρόνια πολιτιστικό σύλλογο, που μαζί με τα παιδιά του Μπολή ανεβάζουν ομιλίες!!!

Ειλικρινά χαίρομαι πολύ για τούτο!!!

20/1/10

Σαν μηχανή του χρόνου...

Μετρό. Σταθμός, Μέγαρο Μουσικής. Ο επόμενος σταθμός Αμπελόκηποι. Σε ένα λεπτό! Σε ένα λεπτό κατεβαίνω. Δευτερόλεπτο προς δευτερόλεπτο έρχομαι πιο κοντά στο ραντεβού μου. Μετά από 25 χρόνια θα έχουν αλλάξει. Ο συρμός αναπτύσσει ταχύτητα και σαν να βρίσκομαι σε κάποια μηχανή του χρόνου διακτινίζομαι 25 χρόνια πίσω, στην αυλή του 1ου Λυκείου Ζακύνθου. Διάλλειμα. Την επόμενη ώρα έχουμε ιστορία επιλογής. Το μικρό βιβλιαράκι που κρατώ στα χέρια μου αναφέρεται στις ιστορικές πηγές και είναι δυσνόητο. Ο μόνος τρόπος να έχουμε κάποια πιθανότητα επιτυχίας στις πανελλήνιες είναι η αποστήθησή του. Η Μαριάννα με μια γλώσσα να πηγαίνει ροδάνι μου το λέει μέχρι κεραίας. Προσπαθώ να κάνω το ίδιο. Του κάκου. Τα κενά μου είναι πολλά. Η φίλη μου με διορθώνει συνεχώς και γνωρίζω ήδη οτι αν τύχει και με ρωτήσει η φιλόλογος, στο σημείο που θα κομπιάσω θα θυμηθώ τη φωνή της Μαριάννας να με διορθώνει με έμφαση και θα ξεμπλοκάρω αυτοστιγμεί σαν να είναι ο μυστικός μου υποβολέας ή μήπως είναι στη πραγματικότητα η ίδια που μου ψυθιρίζει την απάντηση, σκύβοντας το κεφάλι στο θρανείο; Σε λίγο θα χτυπήσει το κουδούνι. Στα κάγκελα, βλέπουμε τον Τάκη, αγαπημένο και έμπιστο φίλο της Μαριάννας και δικό μου. ''Ντάντι, Ντάντι'', του φωνάζει και τρέχουμε προς το μέρος του. Ο Τάκης! Πάντα χαμογελαστός και πάντα έτοιμος για χαβαλέ! Αυτό το παιδί δεν είχε καθόλου άγχος. Ανταλλάσουμε τα νέα μας και φυσικά δεν παραλείπει να μας πειράξει οτι διαβάζουμε τελευταία στιγμή στο διάλλειμα και νάτο το αναθεματισμένο κουδούνι ...χτυπάει και πρέπει να μπούμε στις τάξεις μας. Σαν μελίσσι όλοι οι συμμαθητές κατευθυνόμαστε προς την πόρτα της τάξης. Η πόρτα ανοίγει και η φωνή της φιλολόγου ακούγεται από ένα μεγάφωνο (;) ''Αμπελόκηποι" Κοιτάζω σαν υπνωτισμένη γύρω μου και αντί των συμμαθητών μου βλέπω ένα άγνωστο πλήθος να βγαίνει από το μετρό. Χμ! Επέστρεψα στο παρόν. Προσγειώθηκα και με πολύ άγχος πάω να βρω τους φίλους μου. Μετά από 25 και πλέον χρόνια μας χωρίζει μια απόσταση αναπνοής ή μια αχανής αγεφύρωτη έκταση; Θα τους αναγνωρίσω; Θα με αναγνωρίσουν; Θα βρούμε πάλι τα ίδια σημεία επαφής; τους ίδιους κώδικες επικοινωνίας; Μήπως να γυρίσω πίσω; Είμαι όμως ήδη μπροστά τους. Η Μαριάννα και ο Τάκης! Χωρίς δεύτερη σκέψη πέφτει ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Φιλιά, συγκίνηση! Θεέ μου! Πόσο έχουν αλλάξει! Που είναι το ψηλόλιγνο αγόρι με τα μαύρα ατίθασα μαλλιά; Και η Μαριάννα, με τα γυριστά ματοτσίνορα και τα μακριά καστανά μαλλιά; Που είναι η Μαριάννα και ο Τάκης που θυμόμουν; Μπροστά μου είχα δύο γοητευτικά άγνωστους ανθρώπους. Ώριμοι και γοητευτικοί και οι ίδιοι και το μόνο σημείο που μου θύμιζε τα νεαρά παιδιά που θυμόμουν, ήταν τα μάτια τους και το βλέμμα τους! Ζεστό, φιλικό, γεμάτο αγάπη. Και το ταπεραμέντο τους! Εξωστρεφές, ζωηρό και αιώνια ζακυνθινό! Δεν ξέρω αυτοί πως με είδαν- είπαν οτι δεν άλλαξα καθόλου. Ξανααγκαλιαστήκαμε και στις επόμενες ώρες που πέρασαν χωρίς να το καταλάβουμε, προσπαθήσαμε να χωρέσουμε 75 χρόνια ( το σύνολο των βιογραφιών μας) και τις κοινές μας αναμνήσεις. Δεν υπήρξε ούτε ένα λεπτό αμηχανίας! Λέγαμε, γελάγαμε, πειράζαμε ο ένας τον άλλο σαν σχολιαρόπαιδα...όπως τότε...!
Το νήμα δεν κόπηκε...

Αγαπημένοι μου φίλοι, χάρηκα πολύ που σας ξαναείδα και σας ευχαριστώ για το υπέροχο απόγευμα. Πέρασα θαυμάσια.!
Θα ξαναβρεθούμε παιδιά!

11/1/10

Για τον Παναγιώτη, ...ένα παλικάρι από το χωριό μου...

Βρίζε με, μάνα βρίζε με κι εγώ να φύγω θέλω,

να πάω με τα κάτρεγα, με τα χοντρά καράβια,

να κάμω μήνες να διαβώ και χρόνους να γυρίσω,

να βαρεθούν τα μάτια σου τηράζοντας τζη στράταις

και να μαλλιάσει η γλώσσα σου ρωτώντας τζη διαβάτες



''Διαβάτες που διαβαίνετε, καλοί μου στρατηλάτες,

μην είδετε τον Έρωτα, κι εμένα το παιδί μου;''



''Πες μου σουσούμια του κορμιού ναν τόνε σουσουμιάσω''



''Ήταν ψηλός, ήταν λιγνός, μα ήταν κυπαρισσένιος,

είχε κορμί για τ' άρματα και μέση για πατρώνα,

είχε καιν ώμους τορνευτούς για τα ντουφέκια ανκάνα,

είχε κεφάλι ολόχρυσο και τα μαλλιά μετάξι

Και τα φτερά του λείπανε του γιου μου να πετάξει.''



και εκείνοι απηλοηθήκανε και τέτοιο λόγο λένε.



''Εμείς εψές τον είδαμε στον άμμο ξαπλωμένο,

κι είχε τα θύκια πάπλωμα, τον άμμο ματαράτζι

και τα ξανθά του τα μαλλιά είχε προσκεφαλάκι.

Μαύρα πουλιά τον τρώγανε, κι άσπρα τον τρογυρίζαν

κι ένα πουλί, καλό πουλί, δεν ήθελε να φάει.''



''Φάε και συ μωρέ πουλί, φάε κα συ από μένα,

φάε από πόδια γλήγορα και χέρια προκομμένα,

φάε κι από τη γλωσσούλα μου την αηδονολαλούσα!

Μα θε να κάμω μια γραφή σιδεροβουλλωμένη,

να στείλω στη μανούλα μου τη πολυπικραμένη.''



Ζακυνθινό δημοτικό μοιρολόι από τα ''Φιλολογικά Ανάλεκτα Ζακύνθου'' του Ν. Κατραμή (1880)