5/10/10

Στη κουζίνα ολοταχώς...


Το ότι θα έγραφα οτιδήποτε που να αφορά στην άσπονδη ή επιστήθια φίλη κάθε νοικοκυριού, τη κατσαρόλα , ε, δεν το περίμενα! Όχι γιατί δεν μαγειρεύω, μαγειρεύω και μάλιστα όταν έχω κέφια, αρκετά καλά. Τις περισσότερες όμως μέρες ή τεμπελιάζω ή δεν έχω χρόνο, οπότε το καλό φαγητό και εγώ σπανίως συναντιόμαστε. Τα παιδιά μου είναι λιγόφαγα και με συγκεκριμμένες προτιμήσεις. Το ίδιο και ο άντρας μου. Το μενού μας περιλαμβάνει συνηθισμένα φαγητά που εμφανίζονται εναλλάξ μέσα στη βδομάδα. Ζυμαρικά, όπου πατήρ και τέκνα τα προτιμούν σκέτα (κλαψ, εγώ τα θέλω με τη σαρτσούλα τους) όσπρια, όπου τα παιδάκια μας δεν τα τρώνε καθόλου και τα σιτίζω με πατάτες τηγανητές και αυγουλάκι, ψαράκι ψητό, μπριζολίτσες (γιατί να μη τους αρέσει το κοκκινιστό;) Τώρα, εγώ γιατί να λερώσω ένα σκασμό αγγειά για να φτιάξω παστίτσιο που κανένας τους δεν θα φάει και θα πρέπει να το καταναλώσω μόνη μου; (η αλήθεια είναι οτι πάσχει λίγο η μπεσαμέλ μου, αλλά κατά τα υπόλοιπα είναι πεντανόστιμο) Η μόνη περίπτωση που δίνω ρεσιτάλ μαγειρικής τέχνης και ικανότητας είναι όταν έχω καλεσμένους. Με κάθε μπουκιά που τρώνε βογγάνε από την ευχαρίστηση (μην ακούτε τον άντρα μου που λέει οτι βογγάνε από τους πόνους στο στομάχι, με διαβάλλει ως συνήθως). Τις περισσότερες φορές τα πιάτα τους ξαναγεμίζουν ξανά και ξανά (ε, και όχι καλέ μου, οι φίλοι μου δεν έχουν το σύνδρομο της κατοχής και ούτε πεινασμένοι είναι, ούτε λιγούρηδες, απλά οι γαστρονομικές σου προτιμήσεις θυμίζουν μενού νοσοκομείου και ...πως να το κάνουμε...,ε, να...ευνουχίζεις το μαγειρικό μου ταλέντο... Πίτες;)
Στο θέμα κουζίνα, η αχχίλειος φτέρνα μου είναι τό.... αλεύρι. Όποια συνταγή εμπλέκει αυτό το συστατικό, γίνεται το Βατερλό μου. Λασπωμένες πίτες και πίτσες, μπεσαμέλ αδιάφορη, κολοκυθάκια με κουρκούτι χάλια κλπ. κλπ. ήττες.
Αν όμως, στα περισσότερα φαγητά και ειδικά στα ζακυνθινά, δρέπω δάφνες (εντάξει, τα καταφέρνω καλά, ήθελα να γράψω -αμέσως, μη χάσεις, να μου πεις για τη προπέρσινη πιπεράδα με φασόλια, εσύ), η μεγάλη ήττα είναι στη ζαχαροπλαστική. Οι περισσότερες συνταγές έχουν αλεύρι! Χρόνια τώρα προσπαθώ να φτιάξω ένα κέικ της προκοπής! Τίποτα! Αφού, πλέον τα παιδιά μου έμαθαν να το τρώνε λασπωμένο! Λόγω ανικανότητας με ζαχαροπλαστική και παρασκευή γλυκών δεν καταπιάνομαι. Το αποτέλεσμα είναι προκαθορισμένο: ΑΠΟΤΥΧΙΑ!

Μέχρι που στο βιβλίο της Μαρίας Φιορεντίνου ''Παραδοσιακή Ζακυνθινή Κουζίνα'' είδα μια συνταγή για μαρμελάδα βατόμουρο. Μου φάνηκε εξαιρετικά απλή! Άλλωστε απέχοντας, λόγω ηττοπάθειας, από ό,τι έχει σχέση με τη ζαχαροπλαστική δεν είχα καταπιαστεί ποτέ με μαρμελάδες και γλυκά κουταλιού. Γιατί όχι λοιπόν; Αλεύρι δεν περιλαμβάνεται! Μια και δυο παίρνω τα παιδιά μου και ένα μαλαθούνι και πάω στο κτήμα. Θυμόμουν οτι σε κάποιους όχθους φύτρωναν βάτα. Πράγματι! Τα βάτα είχαν αγκαλιάσει (πνίξει μάλλον) τη λιανοσυκιά. Τα μωρά μου ενθουσιάστηκαν που είδαν πως είναι τα βατόμουρα (καιρό τώρα άκουγαν το τραγούδι της Ντόρας και το τραγουδούσαν ''πά με για βα τό μου ρα, θα μα ζέ ψω τα ζου με ρά" Μη φανταστείτε οτι γέμισα το καλάθι. Μια χούφτα μάζεψα. Δεν πτοήθηκα όμως! Η συνταγή έλεγε ίση ποσότητα φρούτου και ζάχαρης. Στο σπίτι, κατευθείαν στη κουζίνα και σε ένα μεσαίο κατσαρολάκι άρχισα να ανακατεύω τα δύο υλικά μου. Μμμ! Τι υπέροχο χρώμα που πήρε η ζάχαρη καθώς το φρούτο άρχιζε να λειώνει! Ακολούθησα τη συνταγή κατά γράμμα! Έβαλα την αλμπαρόριζα και λίγο πριν να δέσει, το χυμό μισού λεμονιού. Θαυμάσιο χρώμα! Θαυμάσια ρευστότητα! Το έσβησα και πήγα να δω τι κάνουν τα διαολόπαιδα και γελάνε (με το Στέφανο παρέα έγιναν μαέστροι στη τσερδελιά). Επιστρέφω για να δοκιμάσω τη δια χειρός μου γλυκιά δημιουργία. Καταστροφή! Που είναι η θαυμάσια ρευστότητα της μαρμελάδας μου; Μπροστά μου είχα είνα κοκκαλωμένο πράγμα που θύμιζε στην υφή καραμέλα. Τρέχω στη θεία μου. ''...μα είμαι εντελώς άχρηστη θεία Λούλα;'' ''όχι ψυχή μου, αλλά επειδή φέτος είχε ανομβρία δεν θάχανε πολλά ζουμιά να βγάλουνε για αυτούνο σου κοκκάλωσε. Βάλε του λίγο νερό, να σε χαρώ, και ανακάτευέ το να δέσει πολύ ελαφρά. Έτσι και έκανα! Και βλέπετε το αποτέλεσμα! Μούρλια δεν είναι;

8/9/10

Βόλτα στα καντούνια τση χώρας

Με αφορμή κάποιες μικρο εκρεμμότητες κατεβήκαμε στη χώρα! Στη πραγματικότητα, τουλάχιστον για μένα, ήταν ένα μικρό σκασιαρχείο μακριά από τα παιδιά. Ένα μικρό ''γανιό'' για καφέ και βολτάρισμα με την Μαρίνα, την παιδική μου φίλη. Πάρκαρε κοντά στο Κτελ και μέσα από στενά στρατόνια και καντούνια, που θαρρείς οτι θα κατέληγαν σε ιδιωτικές αυλές, με οδήγησε στην χώρα.
Μερικά από τα καντούνια ήταν πλακοστρωμένα, δίνοντας μια ιδιαίτερα γραφική νότα στη γειτονιά. Συμφωνήσαμε και οι δυό μας οτι αν ήταν όλα τα καντουνάκια έτσι πεζοδρομημένα και υπήρχαν και μερικά τουριστικά μαγαζάκια θα άνέβαζαν λίγο την κίνηση στην περιοχή (στην απο πάνω της Αλ. Ρώμα) που μέχρι στιγμής παραμένει λιγάκι υποβαθμισμένη και σχετικά άγνωστη!

Παραπλεύρως (η φωτογραφία δεν είναι αρκετά καθαρή, δυστυχώς) βλέπαμε άλλα καντούνια και σκαλάκια που οδηγούσαν σε άλλα στενότερα και όλο και πιο στενότερα!
Είμαστε στην ''Οβριακή''! Εδώ η πύλη της Συναγωγής . Σε άλλη μαρμάρινη πινακίδα αποτείνεται φόρος τιμής στον Ugo Foskolo, που μικρό παιδί ακόμη προάσπισε το δικαίωμα στην ανεξιθρησκεία και σε άλλη (πινακίδα) ευχαριστίες στον λαό της Ζακύνθουκαι στον τότε δήμαρχο (Καρρέρ;) για την προστασία που παρείχαν στον εβραϊκό πληθυσμό του νησιού κατά τη διάρκεια του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου.




Υ.Γ.1

Στη δημόσια βιβλιοθήκη που επισκεφθάκαμε εκείνο το πρωινό, πληροφορηθήκαμε με χαρά οτι σε λίγους μήνες θα ξαναεκδοθεί το ''Λεξικόν Ιστορικόν και Λαογραφικόν Ζακύνθου'' του Λεωνίδα Ζώη (το βρήκα και σε pdf στο διαδίκτυο). Μακάρι, μακάρι, να το δούμε και τυπωμένο!!!





Υ.Γ. 2

Από το προηγούμενο καλοκαίρι είχα βάλει στο μάτι το βιβλίο της Μαρίας Φιορεντίνου ''Παραδοσιακή Ζακυνθινή Κουζίνα''. Ευελπιστούσα οτι θα μου το έκανε δώρο ο άντρας μου, αλλά αφού πέρασε ένας χρόνος και δεν...αποφάσισα να μου το κάνω εγώ δώρο.

Το αγόρασα λοιπόν εκείνο το τεμπέλικο πρωινό που βολτάραμε στη πόλη.

Ένα έχω να πω (για την ακρίβεια δύο)! Είναι απίστευτα πλήρες! Είναι
ά π αι χ τ ο !!!!!!!

Σε επόμενη ανάρτηση θα πω περισσότερα για αυτό το (συλλεκτικό!) βιβλίο που είναι ένα πολιτιστικό ταξίδι στις γεύσεις και στα ήθη αλλοτινών εποχών και ίσως (ακόμη) και του σήμερα

31/7/10

Στου Βούλτσου τα μουράγια!!!


Εθιμοτυπικά, δύο ή τρεις φορές, κάθε καλοκαίρι πηγαίνουμε στη Κεφαλόβρυσο για χορταράκια* και αχινέους. Με άφθονες κροκάλες, χωρίς ιδιαίτερη αμμουδιά και με βράχια και βραχάκια έξω στα ρηχά (όπου και τα χορταράκια), είναι συνήθως κυματώδης, και ευτυχώς! η συγκεκριμένη παραλία δεν είναι από τους τουριστικούς πόλους έλξης. Οι ντόπιοι, όπως και εμείς μαζεύουν τα χορταράκια και τους αχινέους, ανάλογα με τη φάση του φεγγαριού (στη γιόμιση). Μετά από κάποια μέτρα απόστασης από την πετρώδη και βραχώδη ακτή και σε ικανοποιητικό βάθος για έναν άνθρωπο μετρίου αναστήματος, ο βυθός είναι αμμώδης. Το μπάνιο στα δροσερά και πεντακάθαρα νερά της είναι αναζωογονητικό. Στη σκιά του μουράγιου, μερικές οικογένειες θα μείνουν μέχρι το απόγευμα. Θα κολατσίσουν με λίγο φρέσκο ψωμί με λάδι, τυρί, ντομάτα. Ή με ο,τι έβγαλαν από τη μυρωδάτη θάλασσα! Μυρωδάτη θάλασσα! Πουθενά αλλού η θάλασσα δεν έχει τη μυρωδιά που έχει η Κεφαλόβρυσος. Αυτά τα φύκια (τα χορταράκια) που ξεβράζει το κύμα στην ακτή, μοσχοβολάνε. Το ρουθούνι και το πνευμόνι δεν χορταίνει να ρουφάει. Δεν αγαπώ ιδιαίτερα τις κοσμικές παραλίες που μυρίζουν αντηλιακό, ούτε μου αρέσει να ψήνομαι στον ήλιο. Λατρεύω να περιπλανιέμαι σε βυθούς με πλούσια χλωρίδα και πανίδα! Η Κεφαλόβρυσος είναι από τους τελευταίους παράδεισους, για τα μέτρα του νησιού, μια και οι περισσότερες παραλίες έχουν αμμώδη βυθό. Πριν ένα χρόνο όμως, κάπου εκεί πήρε το μάτι μου μπολντόζες, και με έζωσαν τα φίδια... μετά ακούστηκαν οι ψίθυροι...θα γίνει ξενοδοχείο...
‘’Πάμε το πρωί, για χορταράκια;’’ με ρωτάει και φέτος ο πατέρας μου. ‘’Και βέβαια θα πάμε! ‘’ Αγουροξυπνημένα τα παιδιά μου γκρίνιαζαν. Δεν έδωσα σημασία και τα έβαλα στο σαραβαλάκι του παππού. Προσπεράσαμε τη στροφή για Γάιδαρο, το Plagos, την Άμπουλα και στρίψαμε δεξιά για Κατραγάκι, όπως έγραφε η πινακίδα. Προορισμός μας του Βούλτσου τα μουράγια. Παλιά υπήρχε εκεί προβλήτα που πλέον έχει βυθιστεί. Προς μεγάλη χαρά των παιδιών και απορία για μας, στα αριστερά μας, πάνω από τα μουράγια υπάρχουν νεροτσουλήθρες. Νεροτσουλήθρες σε ερημική παραλία; Ερημική; Όχι πια! Τεράστεια ξενοδοχειακή μονάδα είναι πλέον σε λειτουργία. Ξύλινες ομπρέλες έχουν χωθεί στην άμμο! Άμμος; Που βρέθηκε τόση άμμος στην Κεφαλόβρυσο; Μα, ναι! Τον προηγούμενο χρόνο είχα δει φορτηγά να τη κουβαλάνε. Ποίος ξέρει από που; Ένας εργάτης ξεπετρίζει κοντά στα μουράγια. Καθαρίζει τη θάλασσα από τις πέτρες! Όπως κάνουμε δεκάδες χρόνια τώρα, εμείς και άλλοι ντόπιοι λουόμενοι, έχουμε αφήσει τα πράγματά μας στη σκιά του μουράγιου. Ξαφνικά πίδακες νερού ξεπετάγονται πάνω από τον όχθο και καταβρέχουν τις πετσέτες και τα ρούχα μας. Τα παιδιά κλαίνε, θέλουν κάτι στεγνό να βάλουν πάνω τους. Και οι τρεις διαφορετικές παρέες που καταβραχήκαμε αρχίζουμε να διαμαρτυρόμαστε. Οι υπάλληλοι του ξενοδοχείου κοιτάζουν απαθέστατα τις προσπάθειές μας να σύρουμε τα πράγματα μας πιο πέρα. ‘’Πρέπει να ποτίσουμε το γκαζόν’’ ‘’Οκ, να ποτίσετε το γκαζόν! Μα στις μία το μεσημέρι; Δεν μπορείτε βράδυ, ή χάραμα;’’ Δεν ίδρωσε το αυτί τους! Το πότισμα και οι ριπές του νερού συνεχίζονται. Παρατηρώ ότι σύρριζα του μουράγιου υπάρχουν τρία μπεκ, και μια άλλη σειρά βρίσκεται σύριζα με τον πλακόστρωτο διάδρομο που οδηγεί στις νεροτσουλήθρες. Αφού κάθε μπεκ έχει δύο εξόδους νερού, αυτό σημαίνει οτι από τη σειρά που είναι προς τη θάλασσα ο ένας πίδακας απλώς καταβρέχει τους ντόποιους λουόμενους με αποτέλεσμα να το ξανασκεφτούν αν θελήσουν να ξαναέλθουν και ο άλλος πίδακας, της άλλης σειράς καταβρέχει τη πλακόστρωση. Το γκαζόν που υποτίθεται πρέπει να ποτιστεί είναι ένα άθλιο, αραιοσπαρμένο κιτρινιάρικο που προσπαθεί να επιβιώσει πάνω σε μη απορροφητικό χώμα. Προς τι τόση σπατάλη νερού; Τι εξυπηρετεί η σειρά των μπεκ, κολλητά στο μουράγιο, αν όχι την ενόχληση και την απομάκρυνση των ντόπιων;
Κάποιος από τη διπλανή παρέα, αφού είδε οτι δεν ακούν από λόγια οι του ξενοδοχείου, βρήκε τρόπο και τα έκλεισε μόνος του. Η τάξη επανήλθε! Κάτι όμως έχει πλέον ‘’σπάσει’’. Φωτογράφησα την ακτή, τη θάλασσα, θέλοντας να την κρατήσω στη μνήμη μου, έτσι, στην αρχική της μορφή. Δυστυχώς, όμως, δεν υπάρχει κάτι που να μπορεί να φυλακίσει και το άρωμά της. Δεν ξέρω για πόσο ακόμα θα υπάρχουν ή θα είναι βρώσιμα τα χορταράκια. Ή κατά πόσο το αντηλιακό θα υπερκαλύψει το άρωμά τους. Ξέρω όμως ότι κάθε πέτρα που σηκώνεται και πετιέται έξω, ή κάθε άλλη, μη φιλική προς το συγκεκριμένο περιβάλλον, παρέμβαση, διαταράσσει μια αλληλουχία, σπάει μια τροφική αλυσίδα. Ξέρω ακόμη, οτι δεν βρήκα ούτε έναν αχινό. Μα, ούτε έναν! Τυχαίο; Άραγε, ποιό θα είναι το επόμενο είδος που θα τείνει προς εξαφάνιση από την περιοχή; Οι πεταλίδες; Τα καβουράκια; Οι καρτσίνες; Τα χορταράκια; Ή οι γύλοι, τα σπαράκια και άλλα μικρά ψαράκια; Μήπως και τα χταποδάκια;

2/6/10

Τα ζακυνθινά

Πάνω από 150 χρόνια έχουν περάσει από τότε που τα ιόνια νησιά ενώθηκαν με την Ελλάδα! Μέχρι τότε η επίσημη γλώσσα των νησιών ήταν η Ιταλική και ας βρίσκονταν υπό αγγλική κυριαρχία για πενήντα τόσα χρόνια. Η αλήθεια είναι οτι η ζακυνθινή τουλάχιστον γλώσσα, επηρρεάστηκε από την αγγλική από ελάχιστα έως καθόλου.
Θυμάμαι τη νόνα μου και το νόνο μου να λένε '' ατσιδέντε και μορογάρω μη πρεμουράρεις'' Τι σήμαινε πάλι τούτο; Ρωτάγαμε τη μάνα μας. ''έτσι μίλιανε οι παλαιοί'' μας έλεγε. Στη γειτονιά οι γεροντότεροι μιλάγανε μεταξύ τους και με τα παιδιά τους (τους γονείς και τους θείους μας) σε ακαταλαβίστικη ΄για μας γλώσσα. Κάποιες λέξεις τους τις καταλαβαίναμε κάποιες άλλες όχι και μεις συνεχώς ρωτούσαμε τι σημαίνει ετούτο τι σημαίνει τ΄άλλο. Καταλάβαμε νωρίς πως υπήρχαν δύο γλώσσες η μία η ελληνική ήταν αυτή που επιτρεπόταν στο σχολείο και η άλλη ήταν αυτή που ήταν παλαιά. Τση νόνας και των θυγατερώνε τσης, που δεν είχαν πάει ή δεν είχαν τελειώσει το σχολειό, τους ξέφευγαν πολλές λέξεις στην καθημερινότητά μας. Ο νόνος, γραμματιζούμενος καθώς ήταν συμπάθαγε τη καθαρεύουσα. Η μάνα μας επηρεασμένη από τον δικό της πατέρα, που είχε πάρει μέρος στον πόλεμο του '40, δεν συμπαθούσε τα ιταλικά. Η άλλη νόνα πάλι(η μάνα της, που έβγαζε καντίλες έτσι και τη λέγαμε νόνα αντίς γιαγιά), γραμματιζούμενη και εφτούνη και μοντέρνα για την εποχή της (από τις πρώτες γυναίκες που έκοψαν αλα γκαρσόν τα μαλλιά τους), ζώντας από χρόνια στην Αθήνα, κάθε φορά που ερχόταν στο νησί έκανε κριτική για τον τρόπο που μιλούσαμε, τις λέξεις που χρησιμοποιούσαμε και την προφορά μας. Η γλώσσα που μιλούσαμε ήταν, κατά αυτήν, για τους χωριάτες, για τους γέρους, για τους αμόρφωτους. Ναι, ήταν ιταλικά, αλλά δεν είμαστε τα κλεφτρόνια οι ιταλοί για να τα μιλάμε. Η γλώσσα μας είναι η ελληνική και στα ελληνικά λέμε ''γιαγιά''. Μεγαλώσαμε λοιπόν σε δύο αντίπαλα γλωσσικά στρατόπεδα με αρχηγούς τσι νόνες μας. Η μία, η νόνα-νόνα, η αγράμματη που μας μεγάλωσε με τσι παρόλες τσης και τσι μπαρτζολέτες τσης, επέμενε στα παλαιά ζακυνθινά και ιταλικά και ας έλεγε οτι δεν νογάει να μιλήσει τα ιταλιάνικα. Η άλλη, η νόνα-γιαγιά, η γραμμματιζούμενη, η Αθηναία, η λίγο σνομπ Καπνισοπούλα, επέμενε στα Νέα Ελληνικά και μας έλεγε παραμύθια του Περρό, του Άντερσεν, των Γκριμ ή και ποιήματα του Σολωμού και δημοτικά τραγούδια που τα προσάρμοζε σε παραμύθια. Από αυτήν πρωτοακούσαμε ιστορίες παρμένες απο βιβλία του Βερν, του Δουμά, του Ουγκώ. Συστρατευτήκαμε με το δεύτερο στρατόπεδο, μάλλον αναγκαστικά, αφού συνεπικουρούσε και το σχολείο.
Μετά τα οχτώ μας χρόνια, αμπαλατζάραμε μεταξύ της μιας γλώσσας και της άλλης. Ελληνικά στο σχολείο και ''χωριάτικα'' στο σπίτι. Αργότερα στο γυμνάσιο ξαναανακαλύπταμε τα ''παλαιά'', αλλά μόνο αυτά που συναντούσαμε στην μεταφρασμένη από τον Εφταλιώτη ή τον Κακριδή ''Οδύσσεια''. Π.χ.''μπόλια'' ή γραμματικούς τύπους π.χ. ''παλε'' αντί ''πάλι''. Λέξεις και τύπους που χρησιμοποιούσαν οι γεροντότεροι.
Στη συνέχεια θυμάμαι τα ανήψια μου να μεγαλώνουν στο νησί και να με ξάφνιάζουν ευχάριστα, διαπιστώνοντας κάθε φορά που τα έβλεπα, πόσο ζακυνθινόπουλα ήταν σε λεξιλόγειο και προφορά. Με το που άρχιζαν όμως, το Δημοτικό, σιγά σιγά απομακρύνονταν από τη ντοπιολαλιά.
Σήμερα μπαλαντζάρουμε ακόμη μεταξύ των ελληνικών και των ζακυνθινών. Μεταξύ του ''της γιαγιάς μου'' και ''τση νόνας μου'' Τουλάχιστον όσο είμαι εδώ, στην Αθήνα...αλλά και εκεί, στο νησί. Μπάσταρδα ζακυνθινά στην πόλη, μούλικα ελληνικά στο νησί. Ένα υβρίδιο η γλώσσα μου.
Τα παιδιά μου, δεν γνωρίζουν ούτε μια λέξη από τα ζακυνθινά και εγώ κάνοντας μια προσπάθεια να τους μυήσω στην ποικιλότητα των ελληνικών διαλέκτων και ντοπιολαλιών, κατέγραψα όλες εκείνες τις λέξεις που θυμάμαι να λέει η νόνα μου. Δεν είναι καθόλου παράξενο που οι περισσότερες από τα ''παλαιά'' που θυμήθηκα είναι ιταλικά ή ελληνοποιημένα ιταλικά.
Στην επόμενη ανάρτηση η συνέχεια...

25/5/10

Ρομαντικό δημοτικό άσμα



Προξενητάδες έστειλε ο Ράλλης για γυναίκα,
Τη βρήκανε οπώφαινε του Ράλλη το ζωνάρι.
Χρυσάφι, ασήμι τώρριχνε, και τ' ασημιού λογάρι,
Κι' ασήμι κι' ασημόγνεμα, κλονιά μαργαριτάρι.
Το έφανε, το ξύφανε, στον κόρφο της το βάνει.-
Μάνα, νερό δεν έχουμε κ' εγώ θα πάω να φέρω.-
Το χρυσό σίγλο άρπαξε, στη βρύσι κατεβαίνει.
Εκεί εύρυκε τζη όμοιαις της και τζη χειροτεραίς της.-
Μωρή καρυδομάγουλη κι' αμυγδαλογελάστρα,
Μωρή ανεράϊδα του γιαλού και ανευροχορταρίστρα,
Ο Ράλλης επαντεύτηκε κι' άλλη γυναίκα επήρε,
Κ' εσέ κουμπάρα κράζει σε να τόνε στεφανώσης.-
Εγώ, κι' αν παντρεύτηκε, με γεια του με χαρά του.
Να παντρευτώ θέλω κι' εγώ κοντά στη γειτονιά του,
Να πάρω από τη γέννατου και οχ τη γεννολογιά του,
Και να περνώ από κείθενε, να καίγετε η καρδιά του-
Να σου κι' ο Ράλλης έρχεται, στον μαύρον καβελλάρης,
Με το καπέλλο χαμηλά, την κόρη χαιρετάει.-
Βγάλε μου, κόρη μου, νερό, να πιώ κ' εγ' ο καϊμένος'
Κόρη τι έχείς και χλίβεσαι τι εχείς κι' αναστενάζεις;-


Έμαθα που παντρεύτηκες με γεια σου με χαρά σου,
Να παντρευτώ θέλω κ' εγώ, κοντά στη γειτονιά σου,
Για να περνώ από κείθενε, να καίγεται η καρδιά σου.
Πέρνει και πάει σπήτι της σα μήλο μαραμένο,
Σα μήλο, σα τριαντάφυλλο, σα Πατρινό κεράσι.
Η μάνα της την ερωτά, η μάνα της της λέει,
Τι έχεις Μαρία, και χλίβεσαι, τι έχεις και αναστενάζεις;-
Ο Ράλλης επαντεύτηκε, κι άλλη γυναίκα επήρε,
Κι εμέ κουμπάρα έκραξε για να τον στεφανώσω.-
Μωρή έχεις πόδια να σταθής, και μάτια να τηράξης.
Και χέρια βεργολύγιστα ν' αλλάξης τα στεφάνια;-
Και πόδια έχω να σταθώ, και μάτια να τηράξω,
Και χέργια βεργολύγιστα ν' αλλάξω τα στεφάνια.-
Κ' η μάνα της κ' η θειάδες της κ' η πρωτοξαδρεφαίς της
Τρεις μέραις την χτενίζανε, τρεις μέραις και τρεις νύχταις.
Τζη βάν τον ήλιο πρόσωπο, και το φεγγάρι στήθια,
Και του κοράκου τα φτερά τζη βάνουνε στα φρύδια.
Τον άμμο τον αμέτρητο' τζη βάνουν δακτυλίδια
Και σαν λουλούδια του βουνού βάνουν μαργαριτάρια.-
Τη ρούγα πέρνει μόνη της, στην εκκλησιά πηγαίνει.-
Μα εκεί παπάς δεν έψαλλε, διάκος δεν ελειτρούγα,
Κ' εκεί τ' αναγνωστόπουλα 'φήκαν το διάβασμά τους.-
Ψάλλε παπά, σαν έψαλλες, διάκο 'σαν ελειτρούγας.
Κ' εσείς αναγνωστόπουλα πέστε το διάβασμά σας!-
Και η Μαρία σαν έπαψε ο Ράλλης απλογήθη.-
Παπά μου, κάμε γλήγωρα, κάμε για τη ψυχή σου.
Μ' αυτή μαζή θα ζήσουμε, ώστε να βγή η ψυχή μας.-
Κ' η μάνατης σα γύρισε, τρέχει την αγκαλιάζει,
Καλώς τη θεγατέρα μου τη μυριοτιμημένη
Που για κουμπάρα εκίνησες κ' ήρθες στεφανωμένη.*


*Τοπικό Δημοτικό Τραγούδι που κατέγραψε ο αρχιεπίσκοπος Ζακύνθου, Νικόλαος Κατραμής στα ''ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΑ ΑΝΑΛΕΚΤΑ ΖΑΚΥΝΘΟΥ'' (1880)

Σημείωση 1 : Η ορθογραφία και τα σημεία στίξης είναι όπως στο πρωτότυπο. Η μόνη διαφορά είναι οτι χρησιμοποίησα το μονοτονικό και όχι το πολυτονικό του πρωτοτύπου.

Σημείωση 2 : Οι πίνακες είναι έργα του Edward Burne Jones

19/5/10

...δίνει βιτσιά του αλόγου του...

Δεν θυμάμαι πως ξεκίνησε, αλλά εδώ και μέρες μου έχει κολλήσει και εκεί που δεν το περιμένω και στο εντελώς άσχετο, ξεπετάγεται ανάμεσα στις σκέψεις μου ή στα λόγια μου: ''και στη δασκάλα πάει ''. Ποιός πάει, και γιατί πάει; Άγνωστο! Το σύμπτωμα μοιάζει με τικ. Δεν το ελέγχω και έχει αρχίσει πλέον να με απασχολεί. Και άλλες φορές μου έχει συμβεί να ξεπετάγονται από το πουθενά λέξεις ή φράσεις που κάποτε με είχαν δυσκολέψει στην απομνημόνευσή τους. Τούτη δω όμως είναι μια απλή φράση τι δυσκολία μπορεί να είχε ποτέ; Το συζητώ με το alter ego μου, την αδελφούλα μου, που πολλές φορές ο ''σκληρός της δίσκος'' έχει πληροφορίες που στον δικό μου έχουν διαγραφεί ή καταστραφεί.
''Περπατώντας πάει στη δασκάλα;'' με ρωτάει
''Με άλογο'' της απαντώ αυθόρμητα.
''Σαν να μου θυμίζει κάτι, κάτι στενάχωρο''
''Έχεις δίκιο, κάτι μας έλεγε η μαμά, ένα τραγούδι''.
''Ένα τραγούδι για έναν πατέρα που έψαχνε το γιο του και πήγε στο σχολείο να τον βρεί''
''Δίνει βιτσιά του αλόγου του και πάει στη δασκάλα. Αυτό είναι!''
''Δεν ψάχνουμε στο ίντερνετ να το βρούμε;''

Στο ίντερνετ...μεγάλη ήττα! Χιλιάδες σελίδες! Όποια και αν ανοίγαμε είχε να κάνει με βίτσια με ζώα κλπ μέχρι και σε ομηρικό έπος πέσαμε με ...διαφορετικό τρόπο γραμμένο. Ήμασταν έτοιμες να τα παρατήσουμε γιατί δεν μπορούσαμε να θυμηθούμε κάποιο άλλο στίχο ή κάποια λέξη -κλειδί και ενώ κατεύθυνα ήδη τον κέρσορα προς το ''Χ'' του κλεισίματος....
''αν είσαι Τούρκος φάγε με'', ψιθυρίζω σαν υπνωτισμένη
''αν είσαι σκύλος πιές με, αν είσαι ο πατέρας μου,'' ψιθυρίζει στην ίδια κατάσταση και η Βάσω
''σκύψε και φίλησέ με'' οι δυό μας εν χορώ.
Πως ξεπήδησε τώρα, όλο τούτο; ύστερα από τόσα χρόνια που 'ταν καταχωνιασμένο; Πρέπει να είχαμε την ηλικία των κοριτσιών μας , τεσσάρων με πέντε, όταν μας το έλεγε η μάνα μας. Ήταν από κείνα τα θλιβερότράγουδα που μας έλεγε για να καταφέρει να μας ταϊσει ενώ κλαίγαμε (διαφορετικά δεν υπήρχε περίπτωση να ανοίξουμε το στόμα μας).

Πληκτρολογώ ''αν είσαι Τούρκος φάγε με'' και ...ιδού από τα δημοτικά τραγούδια της Ανδριανουπόλεως στον β΄τόμο των Θρακικών

Ή φόνισσα μάννα

Μικρός μικρός στα γράμματα, μεγάλος στο σχολείο,
τον σχόλασεν ο δάσκαλος να πάει να γιοματίσει.
Στον δρόμον οπού πήγαινε τον Θιόν παρακαλούσε,
να εΰρει την μητέρα του μαζί με τον πατέρα.
Μα βρήκε την μητέρα του με ξένο παλλικάρι.
—`Ας ειν` , ας είν` , μητέρα μου. κι` αν δεν το μαρτυρήσω,
αν έρθει ο πατέρας μου, κι` αν δεν το μαρτύρησω.
—Τι είδες, βρε διαβουλογέ, και τι θά μαρτυρήσεις ;
—Ό,τι είδανε τα μάτια μου, κείνο θά μαρτυρήσω.
Τον πιάν` απ` το χεράκι του και σαν αρνί τον σφάζει.
Παίρνει τις δυο τις πλάτες του στον μάγειρα τις δίνει.
—Να, μάγειρα, μαγείριψη κρέατα ανθρωπίσια.
—Να κι` ο πατέρας τ' έρχεται άπαν` απ' το μπαΐρι
φέρνει καμήλες δώδεκα, μουλάρια δεκαπέντε,
φέρνει κ ενα χρυσό πουλί να παίζει ο Κωνσταντίνος.
—Καλή μέρα, νοικοκυρά, και πουν` ο Κωνσταντίνος ;
Τον έφερα χρυσό πουλί να παίζει να έγλεντίζει.
— Τον άλλαξα τον στόλισα, στον δάσκαλο πηγαίνει.
—Καλή μέρα σου, δάσκαλε, και πούνε ο Κωνσταντίνος,
τον έφερα χρυσό πουλί να παίζει να έγλεντίζι.
—Τρεις μέρες έχω να τον ίδώ και τρεις να τον διαβάσω,
και άλλες τρεις αν δεν τον δγιώ τον νουν μου θε να χάσω ,
Καβαλικεύει τ` άλογο στο σπίτι του πηγαίνει.
—Δεν ειν`, κυρά μου, το παιδί, δεν ειν` ο Κωνσταντίνος.
—Κάτσε να φας, κάτσε να πχής κάτσε να τραγουδήσεις,
κι' από δυο ώρες υστέρα θά έρτ` κι` ο Κωνσταντίνος.
Στρώνει τραπέζι ολόχρυσο και κούπα διαμαντένια,
και τα χουλιαριά πού θά φαν, ήτανε ασημένια.
Και πήρε μια και πήρε δυο στο τρίτο απεκρίθη.
—`Αν είσαι σκυλλος φάγε με, η λύκος λυσσασμένος,
κι` αν είσαι ο πατέρας μου, σκύψε και φίλησε με.
Την πιάνει απ` τα μαλλάκια της και στο σακκι την βάζει,
στο άλογο την φόρτωσε, στον μυλον την πηγαίνει.
—`Αλεθε, μυλε μ`, αλέθε, μιας αγνωμης κορμάκι,
να κάμς αλεύρι κόκκινο και την πασπάλη μαύρη,
να έρχουνται οί εΰμορφες να παίρνουν κοκκινάδι.
ναρχουνται κ` οί γραμματικοί να παίρνουνε μελάνι,
να γράφουνε τα πάθια μου, τα πάθια της καρδιάς μου.
(Πρβλ. 'Εκλογ. Πολίτου 152. 91):

Βρήκα και άλλη παραλλαγή πολύ πιο κοντά σε αυτό που θυμόμασταν σε φόρουμ που αφορά σε παραδοσιακή μουσική από Άρτα και μία ακόμη από το Ριζοκάρπασον της Κύπρου:

Μιαν ημέρα ο Κωστάκης (δίς) πήγεν νά κυνηγήση. (δίς)
Βρίσκει δυό φίδια ζωντανά (δίς) καί δύο σκοτωμένα, (δίς)
βρίσκει καί τήμ μανούλαν του (δίς) μέ δυο παλληκαράκια. (δίς)
—Βρέ, τί είδες, βρέ. τί άκουσες (δίς) καί τί Θα μαρτυρήσεις (δίς)
—“Οτι είδαν τά ματάκια μου, (δίς) αύτα Θα μαρτυρήσω. (δίς)
Βγάζει καί τήμ μαχαίραν της (δίς) καί τόμ ‘ποκεφαλίζει, (δίς)
βγάζει καί τ’ άντερούκια του (δίς) καί στό πκιάτον τά βάζει. (δίς)
—Γυναίκα, πού είναι τό παιδίμ, (δίς) πού είναι ό Κωστάκης; (δίς)
—Είς τήγ γιαγιάν του πήγαινε (δίς) καί έκεί θέ νά τόν εύρης. (δίς)
Καβαλλικεύει τ’ άλογον (δίς) καί στήγ γιαγιάν του πάει. (δίς)
—Γιαγιά, έδώ είναι τό παιδίν, (δίς) έδώ είναι ό Κωστάκης; (δίς)
—“Εχω τρείς μέρες νά τόδ δώ (δίς) καί τρείς νά τού μιλήσω. (δίς)
Καβαλλικεύει τ’ άλογον (δίς) καί στήγ γυναίκαμ πάει. (δίς)
—Γυναίκα, πού είναι τό παιδίμ, (δίς) πού είναι ό Κωστάκης; (δίς)
—Είς τό οχολειόν του πήγαινε (δίς) καί έκεί Θέ νά τόν εύρης. (δίς)
Καβαλλικεύει τ’ άλογον (δίς) καί στό σχολειόν του πάει. (δίς)
—Δάσκαλε, ‘δώ είναι τό παιδίν, (δίς) έδώ είναι ό Κωστάκης; (δίς)
—“Εχω τρείς μέρες νά τόδ δώ (δίς) καί τρείς νά τού διαβάσω. (δίς)
Καβαλλικεύει τ’ άλογον (δίς) καί στήγ γυναίκαμ πάει. (δίς)
—Γυναίκα, πού είναι τό παιδίν; (δίς) — ‘Εδώ είναι ό Κωστάκης; (δίς)
Κάτσε νά φάς κάτσε νά πκιής, (δίς) κάτσε τζιαί νά γλεντήσης. (δίς)
—“Αν είσαι Τούρκος, φάγε με, (δίς) κι’ άν σκύλος, πκιέ με, (δίς)
τζι’ άν είσαι ό πατέρας μου, (δίς) σκύψε καί φίλησέ με. (δίς)
Πκιάννει καί τήγ γυναίκαν του (δίς) καί στ’ άλογον τήδ δένει. (δίς)
Κτυπά βιτσιάν τ’ άλόγου του, (δίς) παίρνει καί τήσ σκοτώννει. (δίς).

Τι παράξενο; Αυτό που θυμόμασταν είχε στίχους και από τις τρεις παραλλαγές. Ανδριανούπολη, Κύπρος, Άρτα, Ζάκυνθος. Παράξενη και θαυμαστή διαδρομή! Από στόμα σε στόμα! Ταξίδευε ο άνθρωπος και ταξίδευαν και τα τραγούδια του τόπου του μαζί του. Μεταδημότευαν και τούτα σε νέους τόπους και ο νέος τόπος τα μπόλιαζε με τη δική του γλώσσα/διάλεκτο. Τους πρόσθετε καινούριες λεπτομέρειες και αφαιρούσε κάποιες άλλες, ανάλογα με τη φαντασία του κάθε τραγουδιστή. Έτσι δεν κάνει η λαϊκή Μούσα; Πολύ πολύ ενδιαφέρουσα η ανάλυση του Ν. Πολίτη που ανάγει το θέμα στους αρχαίους μύθους και παραμύθια. Το αρχαιότερο έγγραφο που αναφέρει το τραγούδι βρέθηκε σε μοναστήρι στα μεταίωρα και είναι του 16ου/17ου αιώνα. Λεπτομέρειες στο φόρουμ των Αρτινών

Η Βάσω και εγώ νοιώσαμε την ίδια φρίκη, όπως τότε που ήμασταν μικρές και μπορεί να μη είμαστε ακριβώς σίγουρες πως ήταν αυτό που μας έλεγε η μητέρα μας (πιθανόν να είχε αφαιρέσει κάποια σημεία ή να τα απάλυνε βάζοντας τις δικές της βελονιές), το σίγουρο όμως είναι ότι δεν πρόκειται να το πούμε στα παιδιά μας αν δεν φθάσουν πρώτα στην εφηβεία.

Υ.Γ Στον ''σκληρό'' της αδελφής μου υπάρχει καταγραφή ότι αρχικά η μητέρα μας ξεκίνησε να λέει κρυφά μας, το τραγούδι στον αδερφό μας που είναι αρκετά μεγαλύτερός μας. Εμείς κάτι αρπάξαμε και με γαλυφίες καταφέραμε τον μεγάλο να μας το πει. Σοκαριστήκαμε βέβαια, αλλά και μας έλκυε να το ακούμε. ''Ελα μαμά πες το μας, αφού το ξέρουμε...''

8/4/10

Η Άνοιξη στην αυλή μας

Τα χαμομήλια, που η νόνα μας έβαζε να μαζεύουμε μέσα σε μεγάλα ταψιά, για να τα αποξηράνουμε στον ήλιο. Τον χειμώνα μας έφτιαχνε ζεστό χαμομήλι για να περάσει ο πόνος του λαιμού ή της κοιλιάς. Πολλές φορές το χρησιμοποιούσε σε κομπρέσες ή για πλύση των ματιών. Άλλες φορές με έλουζε με αυτό για να ξανθίνουν πιο πολύ τα μαλλιά μου. Μες στα χαμομήλια παίζαμε και αποκοιμιόμασταν με το νανούρισμα της μέλισσας!

Μοιάζουν με τις κάλες, αλλά μάλλον δεν είναι!
Είναι οι αγαπημένοι κρίνοι της μαμάς!
Είχε φέρει τους βολβούς από το πατρικό της. Εκεί κοντά στο σημείο που φύτρωναν, έβαζε τη σκάφη και έπλενε. Θυμάμαι τις σαπουνάδες από το Rol να στέκονται εκεί, γύρω από το βλαστό τους, στη μικρή λάκα. Θυμάμαι και τη Σουλτάνα, τη φρυγμένη από τον ήλιο, γριά γύφτισσα, με τις βαθιές ρυτίδες να αυλακώνουν το πρόσωπό της. Τη φοβόμασταν! Μαυριδερή, ρυτιδιασμένη και με ένα χρυσό δόντι. Κάπνιζε! Παράξενο θέαμα για μας τότε. Είχε και ένα μεγάλο ταγάρι στον ώμο της, που στα κρυφά προσπαθούσαμε να υπολογίσουμε αν χωράμε μέσα του. Ήξερε η γριά οτι ενοχλούσαμε τη μαμά με τα παιχνίδια μας στη σαπουνάδα και τα νερά και μας έσκιαζε οτι θα μας βάλει στο σακούλι να μας πάρει στη σκηνή της. Βολευόταν και η μαμά με το φόβο μας και μόλις την έβλεπε τη φώναζε. Εκείνη ερχόταν..., εμείς εξαφανιζόμασταν. Οι δυό γυναίκες μοιράζονταν τον πόνο τους. Και ή μία η άλλη είχαν χάσει από ένα γιο. Στο αρχείο της μνήμης αυτές οι εικόνες είναι μοιραία αρχειοθετημένες μαζί. Συνειρμική αλυσίδα: Κρίνος/σκάφη/σαπουνάδες/Σουλτάνα/σακούλι. Σε κείνη τη γωνιά των κρίνων έπεσε τσιμέντο και έγινε σκαλοπάτι. Εξαφανίστηκαν οι κρίνοι για χρόνια , για να εμφανιστούν πολύ πολύ αργότερα, , λίγο πιο πέρα από την πόντα του τελευταίου σκαλουνιού, λίγο πριν φύγει η μαμά. Παράξενη αυτή η λάθρα επιβίωση. Και θαυμαστή!

Οι τρομπέτες των Αγγέλων! Και αυτές από το πατρικό της και αγαπημένες. Ήρθαν πιο πρόσφατα στην αυλή μας και δεν συνδέονται με παιδικές μνήμες, παρά μόνο με το μέρος από όπου ήρθαν. Το λυόμενο σπίτι της γιαγιάς και ο πανέμορφος κήπος της! Φωτογραφίες με τα ξαδέλφια κάτω από τις λευκές τρομπέτες.

Εκατόφυλλη τριανταφυλλιά! Την είχε φέρει και αυτή η μαμά από το πατρικό της, σαν ήρθε νύφη στο σπίτι της πεθεράς της. Δυστυχώς, κάτι πήγαινε στραβά και ενώ είχε πολλά πολλά μπουμπούκια, ποτέ δεν άνοιγαν. Δεν την είχαμε δει ποτέ να ανθίζει. Κάθε χρονιά έλπιζε οτι τούτη την Άνοιξη θάναι αλλιώς και θα ανθίζαν τα μπουμπούκια. Τίποτα! Ξεραινόντουσαν με το που έσκαγε η ροζ μυτούλα τους. Το πήρε απόφαση οτι του κάκου την πότιζε - δεν είχαμε και τρεχούμενο νερό τότε, από το πηγάδι το κουβάλιε με τσι λάτες- και την κλάδεψε από τη ρίζα για να τσιμενταριστεί η αυλή. Με χρόνους και καιρούς, μέσα από μια μικρή χαραμάδα, μια μικρή ρωγμή στην άκρη της αυλής, ξεπήδησε ένα βλασταράκι. Μετά δεύτερο και τρίτο. Συγκινήθηκε η μάνα μας και με αυτών τη λάθρα παρουσία τους, την ετσιθελική , την πεισματάρικη και θαυμαστή. Τόσο καιρό επιβίωσαν κάτω από τη τσιμεντένια πλάκα, χωρίς νερό, χωρίς φως, σαν σε τάφο. Τι στο καλό! Η δύναμη της φύσης, της ζωής, σε πείσμα όλων, πάντα από παντού θα ξεπηδάει! Τους έδωσε μια δεύτερη ευκαιρία! Έσπασε το τσιμέντο, τα πότιζε και τα φρόντιζε με πολλή τρυφερότητα. Βρήκε και κάποιο λίπασμα, τα ράντισε και με κάποιο φάρμακο που της είπαν και...ανταμείφθηκε με άπειρα εκατόφυλλα τριαντάφυλλα.
Σήμερα μόνο οι βροχές φροντίζουν τα φυτά που ανθίζουν την Άνοιξη. Και όμως! Συνεχίζουν να ανθίζουν! Ευτυχώς!

17/3/10

Μάθημα Σολφέζ και οβρίες



Έι, ψιιιτ! Εδώ είμαι! Επέστρεψα στο ...μπλογκ. Πάνω από μήνα (οι λόγοι πολλοί) το έχω παρατημένο να παραδέρνει με παλιές αναρτήσεις στις ιντερνετικές παλίρροιες. Αλλά σήμερα, σαν προκομένη που (δεν) είμαι, ήθελα να φτιάξω αγκινάρες παραγιομιστές και πήγα στη Λαϊκή για μάραθα. Και τι νομίζετε οτι βρήκα; Ε, ναι, βρήκα αγκινάρες και μάραθο (μόνο ένας το είχε) αλλά βρήκα και Ο β ρ ί ε ς. Μάλιστα οβρίες! Με το που είδα το ματσέτο σήκωσα ερωτηματικά το φρύδι. ''Οβρίες!'' μου λέει ο μαιτρ. ''Θέλω!'' λέω. Για χάρη του ματσέτου με τσι οβρίες, νάαααμαι και από δω! Πως; Πως συνδέονται με το μπλογκ; Α, ναι! Συνδέονται, συνδέονται! Και να πως!
Στην προηγούμενη ανάρτηση είχα πει οτι θα έγραφα για ένα πρόσωπο που ενώ ευεργέτισε το χωριό μου και γενικά τα χωρία του κάμπου, όλοι την εχουν ξεχάσει. Ναι, πρόκειται για μια κυρία: Την κυρία Αγγελική Κολυβά ή Κολυβού όπως την λέγαμε.
Η Αγγελική Κολυβά, είχε χάσει τον αδερφό της -ήταν αξιωματικός σε κάποιο σώμα (συγνώμη που δεν θυμάμαι σε ποιό) και είχε αφιερώσει τη ζωή της και τη περιουσία της στο να δημιουργήσει κάτι σημαντικό και ωφέλιμο για τη μνήμη του. Αποφάσισε να χτίσει ένα Ωδείο ώστε και τα παιδιά της υπαίθρου να μάθουν (εντελώς δωρεάν) μουσική, χορό, τραγούδι, θέατρο και να έρθουν σε επαφή με την τέχνη, την ζακυνθινή παράδοση,την κουλτούρα, τον πολιτισμό. Ένα Ωδείο όπου θα γινόταν κέντρο Πολιτισμού και Τεχνών και θα συνέβαλλε στην καλλιέργεια του πνεύματος της μαθητιώσας νεολαίας.
Υστερα από άκαρπες; αναζητήσεις κατάλληλου οικοπέδου στο χωριό της, το Σκουληκάδο, κατέληξε στον Αγγερικό. Αγόρασε το οικόπεδο, και ξεκίνησε και η θεμελίωση του Ωδείου. Σύσσωμο το δημοτικό σχολείο βρέθηκε εκεί για την δεντροφύτευση. Ναι, κάποιες από τις λεύκες που βλέπετε σήμερα, τις έχουμε φυτέψει εγώ και η αδελφή μου! Ανυπομονούσαμε να τελειώσει και να γίνουν τα εγκαίνια. Η μαμά, σαν η μοναδική μοδίστρα του χωριού, που ήταν, είχε αναλάβει να ράψει τις κουρτίνες. Βαρύ βελούδο! Αμέτρητα μέτρα! Βαθύ κόκκινο! Ο Κουφογιάννης από τα Λαγκαδάκια δάσκαλος για τα έγχορδα: Κιθάρες, μαντολίνα, μάντολες. Ο Σαμψαρέλλος από τη χώρα για τα πνευστά: Αμφώνιο (παναθεμά το, μεγαλύτερο από μένα ήταν), κορνέτες, κλαρίνα κ.α. Από την Πάτρα είχε φέρει ένα δάσκαλο για πιάνο και σολφέζ. Το μόνο βαρετό μάθημα ήταν η θεωρία της μουσικής και οι ορισμοί για allegro κλπ. Κάθε απόγευμα πρόβες, πρόβες για τα εγκαίνια, για τη χριστουγενιάτικη γιορτή, για απόκριες, για κάθε εκδήλωση. Μαθητές από το δικό μας και τα γύρω χωριά: Σαρακηνάδο, Λαγκαδάκια, Καλλιπάδο, Χουρχουλίδι κλπ. Άλλοι στη μαντολινάτα, άλλοι στη χορωδία, στο θεατρικό για χριστουγεννιάτικα κάλαντα κλπ και άλλοι στο χορό (κυρίως ενήλικες) για τσι απόκριες: Καντρίλιες. Δάσκαλος ο Κεφαλληνός, ο γυμναστής. (Στις φετινές απόκριες άκουσα οτι μόνο στη Λευκάδα και στη Κέρκυρα υπάρχει χορευτικό συγκρότημα για καντρίλιες. Που να ξεραν οτι πριν 30 χρόνια έγινε μια προσπάθεια από την Κολυβά για αναβίωσή τους) Μάθαμε και λανσιέρηδες; (δεν θυμάμαι καλά) με change le dam* (αλλάξτε ντάμες). Μάλλον δεν έκανα πολλά μαθήματα εδώ. Ενώ στις καντρίλιες!!! Χορέψαμε με μακρυά μεσαιωνικά φορέματα που μας είχε ράψει η μαμά. Λοιπόν για την Κολυβά ήθελα να πω και πάλι στη μαμά καταλήγω. Επανέρχομαι στο θέμα μου. Στο Ωδείο της Αγγελικής Κολυβά, πολλά παιδάκια και γονείς, ήρθαν σε επαφή με τη μουσική, τη τέχνη, τη παράδοση. τον πολιτισμό. Για πολλά άλλαξε η ζωή τους και έγιναν μουσικοί. Στο τεράστιο οικόπεδο που αγόρασε, χτίστηκε το Τεχνικό Λύκειο, ''οι σχολές'' όπως λέμε.
Σήμερα! Το Ωδείο εγκαταλείφθηκε στη φθορά του χρόνου και στο τέλος κατεδαφίστηκε ως ακατάλληλο. Μάλλον οι διάφοροι εργολάβοι, την είχαν κατακλέψει. Απ΄ότι διαβάζω και στην ''Ημέρα τση Ζάκυθος'' και οι σχολές δεν είναι σε καλύτερη κατάσταση από θέμα ασφάλειας.
Σήμερα! Κανείς δεν θυμάται την Κολυβού! Ούτε ένας δρόμος , ούτε ένα παλιοκάντουνο δεν φέρει το όνομά της, ούτε καν μνεία σε κάποια επιγραφή. Τίποτσις και κανείς!

Α, πάλι λησμόνησα τσι οβρίες...
Λοιπόν, ο δάσκαλος του Σολφέζ , όπως εγραψα, ήταν από την Πάτρα.*** Κάποιο παιδάκι**, Απρίλης θάτανε, τούφερε ρεγκάλο ένα μάτσο οβρίες. Ο δάσκαλος, άμαθος καθώς φαίνεται για τα της χλωρίδας τα βρώσιμα, και συνηθισμένος σε μαθητικές καζούρες, νόμισε οτι αυτά τα άσχημα αγριόχορτα του τα πρόσφεραν αντίς για ανθοδέσμη και θυμωμένος τα άρπαξε και τα πέταξε όξω από το παρεθύρι, στο χωράφι! Για καιρούς ήταν το ανέκδοτο του χωριού. ''ωρέεε, ακούς εκεί, να πετάξει τσι οβρίες απο το παρεθύρι;!
*Πως στο καλό γράφεται αυτό στα γαλλικά;
** Δεν ήμουν εγώ αυτό το παιδάκι, γιατί ως φάλτσα, μόλις με άκουσε, με έδιωξε. Οχι, δεν ήμουν εγώ!
***Κική, ελπίζω να μην είναι κάποιος γνωστός σου!
***** Η πρώτη φωτογραφία είναι από www.laspistasteria.wordpress.com

5/2/10

Ο Αρετίνος

Πάει και η Τσικνοπέμπτη! Ούτε που το κατάλαβα πότε ήρθε . Χμ, εδώ στη μεγάλη πόλη, μόνο η τσίκνα που υπάρχει παντού, σου υπογραμμίζει τη διαφορά της μέρας. Δεν ξέρω αν στα χωριά γίνεται κάτι διαφορετικό, αλλά θυμάμαι τότε που ήμασταν παιδιά περιμέναμε την Τσικνοπέμπτη για να βγάλουμε το άχτι μας εναντίον κάποιων συμμαθητών και συμμαθητριών με τους οποίους βρισκόμασταν σε εμπόλεμη κατάσταση. Τσουκνίδες! Δεμάτια ολόκληρα κρυμμένα σε κάποια γωνιά του σχολείου για το διάλειμμα, για το σχόλασμα. Και πως πόναγαν οι άτιμες! Ακόμη και πάνω από τα παντελόνια σου έκαναν φαγούρα. Τα πρώτα χρόνια γυρνούσαμε με κλάμματα στο σπίτι, τα επόμενα χτυπάγαμε και μεις.
Οι γονείς μας γελούσαν με τα παθήματά μας, και δεν συγχύζονταν καθόλου για τις φλύκταινες που είχαν τα πόδια μας. Ε, δεν μας μεγάλωναν και στα πούπουλα...ήταν και το έθιμο, τι να έλεγαν; Άκόμη και σήμερα, ο πατέρας μου, μου καταλογίζει οτι δεν σκληραγωγώ τα παιδιά μου (μωρέ σίγουρα είναι ζακυθινός; μπας και έχει dna αρχαίου σπαρτιάτη;)

Με την ευκαιρία της αποκριάς λοιπόν θέλω να κάνω μνεία σε δύο πρόσωπα που συνέβαλαν στη πολιτιστική αφύπνιση της ζακυνθινής υπαίθρου.

Ήταν Κυριακή μεσημέρι και η μάνα μας μας πίεζε να διαβάσουμε για να ξεμπερδεύουμε γιατί το απόγευμα θα πηγαίναμε στο σχολείο για να δούμε ''ομιλία''. Να'' δούμε'' την ομιλία! Τι να δούμε και τι να ακούσουμε σε μια βαρετή ομιλία! Δεν θέλαμε να πάμε. Τραβηχτές μας πήγε στο σχολείο. Μα τι γινόταν εκεί πέρα; Είχαν στήσει ένα πάλκο που είχε καρέκλες με ψιλή πλάτη, τραπέζι με ωραίο τραπεζομάντιλο, χαλί κάτω, κουρτίνες και άλλα πράγματα που θύμιζαν σάλα αρχοντικού και όχι την εξέδρα που βγάζει κάποιος λόγο (γιατί αυτό είχαμε καταλάβει με την ομιλία) και για να μην έχουμε αμφιβολίες ρωτάμε τις φίλες μας. ''Ποίος θα μιλήσει''; Αυτές γέλασαν. ''Να ο Σπύρος του Παλαιού θα κάνει τον φτωχό Αρετίνο και ο Κώστας του Λαμπούδη θα κάμει τη κοντεσίνα'' Γυρίζουμε και βλέπουμε καμία δεκαρία άντρες και αγόρια μασκαρεμένους. Άλλος έκανε το σέμπρο, άλλος τον κόντε, άλλος τη κοντεσίνα. Μόνο άντρες θα έπαιζαν.... Σε λίγο να και ο Βυζάκιας με τα ταμπουρλονιάκαρα (ελπίζω να το γράφω σωστά) από τους τελευταίους που ήξεραν να παίζουν αυτό το είδος μουσικής (βυζαντινό κατάλοιπο νομίζω). Στο πάλκο ανεβαίνει ο Νιόνιος ο Αρβανιτάκης γνωστός και ως Μπολής*. Αναφέρεται στην υπόθεση του έργου που θα δούμε, για τις έρευνες που έκαμε ώστε να προσαρμόσει τους διαλόγους στη γλώσσα των παλαιώνε.
Πρόκειται για ένα παλικάρι που αγάπησε μια αρχοντοπούλα. Ο πατέρας της ενάντιος σε αυτή τη σχέση βάνει αμολητούς και δεμένους για να την εμποδίσουν.
Ο Αρετίνος, το ερωτευμένο παλικάρι, καταφέρνει να γλιτώσει από τους εχθρούς του και παντρεύεται την κοντεσίνα του.
Η υπόθεση θύμιζε λίγο ''Ερωτόκριτο'', λίγο ''Ρεμπελιό των ποπολάρων'', λίγο αρχαία τραγωδία με στοιχεία τραγικής ειρωνείας και κάθαρσης. Μια κλασική ιστορία αγάπης και ίντριγκας δηλαδή, αλλά ...τι σημασία έχει; Όλοι οι μεγάλοι συγγραφείς έχουν εμπνευστεί από αυτό το μοτίβο. Το έργο ήταν γνήσιο πνευματικό παιδί του Μπολή.
Κλείνουν οι κουρτίνες, ο Βυζάκιας ξαναπαίζει ταμπουρλονιάκαρα, ανοίγουν οι κουρτίνες. Στη μεγάλη πολυθρόνα σαν σε θρόνο, κάθεται ο Νικόλας του Μπαλαφούρα. Φοράει άσπρη περούκα και γενειάδα και η βροντερή φωνή του τραντάζει το πάλκο. ''Ωρεεεέ, που να μπει ο διάολος μέσα σουουου, ωρεεεεέ μούλε του κερατάαα, δεν ακούς που σου φουγιάζωωω'' ''Όρσε μες στο μάτι σου'' Τι έκπληξη ήταν αυτή; Ακούγαμε διαλόγους σε ατόφια ζακυνθινή γλώσσα, στη μητρική μας, στη ντοπιολαλλιά μας. Σε αυτήν που ο γλωσσικός ρατσισμός του Υπουργείου Παιδείας ήθελε να εξαφανίσει. Και τι μουσική που δημιουργούσαν τα τόσα μας ασυναίρετα και τα τραβήγματα στη προφορά! Βέβαια μερικές φορές τα παρατράβαγαν σε σημείο που νόμιζες οτι μιλάνε κλαίγοντας. Οι μεγάλοι είχαν ξεκαρδιστεί στα γέλια. Σε κάποιες άλλες σκηνές όμως δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τα δάκρυά τους. Όπως στη σκηνή που ο Αρετίνος στέκεται μπροστά την Κοντεσίνα και της λέει πένθιμα '' Ο Αρετίνος πέθανε, ο Αρετίνος πάει'' Η ομιλία ενθουσίασε τον κόσμο και καταχειροκροτήθηκε. Τα επόμενα χρόνια η καλή προσπάθεια συνεχίστηκε με καινούρια ομιλία κάθε φορά από τον κο Διονύση Αρβανιτάκη ή Μπολή. Οι ομιλίες του Μπολή έγιναν παράδειγμα προς μίμηση από όλο το νησί. Απλοί άνθρωποι από τα γύρω χωριά προσπάθησαν να φτιάξουν τις δικές τους ομιλίες και μερικοί τα έχουν καταφέρει καλά με αποτέλεσμα σήμερα να μη νοείται αποκριά χωρίς ''ομιλία''. Εχει γίνει πλέον θεσμός σε πολλά χωριά. Σε πολλά εκτός από το δικό μας. Είμαστε το μόνο χωριό που δεν έχει πολιτιστικό σύλλογο. Είχαμε, αλλά καταφέραμε να τον διαλύσουμε.
Ο Μπολής, μας έχει αφήσει χρόνους και σα να φτώχυνε το χωριό μας πνευματικά! Έχει αφήσει όμως πίσω το έργο του: Την αρχή που έκανε ώστε να γνωρίσουμε και να αγαπήσουμε την παράδοση και την γλώσσα μας και το χειρόγραφο έργο που άφησε. Ο Μπολής, σημαντικά υπεύθυνος για την πολιτιστική αφύπνιση της υπαίθρου, έχει ξεχαστεί από τους συγχωριανούς του, που όχι μόνο θα έπρεπε να ταφεί δημοσία δαπάνη αλλά το λίγο το λιγότερο που θα μπορούσανε να κάνουν θα ήταν να δοθεί το όνομά του στον δρόμο που περνάει μπροστά από το σπίτι του.
Ελπίζω τα παιδιά του να αποφασίσουν κάποια στιγμή να εκδώσουν τα έργα του...

Στο άλλο σημαντικό πρόσωπο που οφείλεται μνεία για την πολιτιστική αφύπνιση της ζακυνθινής υπαίθρου, θα αναφερθώ στην επόμενη ανάρτηση.

* Μπολής ονομαζόταν τα πολύ παλιά χρόνια ένας εβραίος γυρολόγος και καθώς ο σύγχρονός μας έκανε αγώγια, φαντάζομαι γι αυτό τον έβγαλαν έτσι.

20/1/10

Σαν μηχανή του χρόνου...

Μετρό. Σταθμός, Μέγαρο Μουσικής. Ο επόμενος σταθμός Αμπελόκηποι. Σε ένα λεπτό! Σε ένα λεπτό κατεβαίνω. Δευτερόλεπτο προς δευτερόλεπτο έρχομαι πιο κοντά στο ραντεβού μου. Μετά από 25 χρόνια θα έχουν αλλάξει. Ο συρμός αναπτύσσει ταχύτητα και σαν να βρίσκομαι σε κάποια μηχανή του χρόνου διακτινίζομαι 25 χρόνια πίσω, στην αυλή του 1ου Λυκείου Ζακύνθου. Διάλλειμα. Την επόμενη ώρα έχουμε ιστορία επιλογής. Το μικρό βιβλιαράκι που κρατώ στα χέρια μου αναφέρεται στις ιστορικές πηγές και είναι δυσνόητο. Ο μόνος τρόπος να έχουμε κάποια πιθανότητα επιτυχίας στις πανελλήνιες είναι η αποστήθησή του. Η Μαριάννα με μια γλώσσα να πηγαίνει ροδάνι μου το λέει μέχρι κεραίας. Προσπαθώ να κάνω το ίδιο. Του κάκου. Τα κενά μου είναι πολλά. Η φίλη μου με διορθώνει συνεχώς και γνωρίζω ήδη οτι αν τύχει και με ρωτήσει η φιλόλογος, στο σημείο που θα κομπιάσω θα θυμηθώ τη φωνή της Μαριάννας να με διορθώνει με έμφαση και θα ξεμπλοκάρω αυτοστιγμεί σαν να είναι ο μυστικός μου υποβολέας ή μήπως είναι στη πραγματικότητα η ίδια που μου ψυθιρίζει την απάντηση, σκύβοντας το κεφάλι στο θρανείο; Σε λίγο θα χτυπήσει το κουδούνι. Στα κάγκελα, βλέπουμε τον Τάκη, αγαπημένο και έμπιστο φίλο της Μαριάννας και δικό μου. ''Ντάντι, Ντάντι'', του φωνάζει και τρέχουμε προς το μέρος του. Ο Τάκης! Πάντα χαμογελαστός και πάντα έτοιμος για χαβαλέ! Αυτό το παιδί δεν είχε καθόλου άγχος. Ανταλλάσουμε τα νέα μας και φυσικά δεν παραλείπει να μας πειράξει οτι διαβάζουμε τελευταία στιγμή στο διάλλειμα και νάτο το αναθεματισμένο κουδούνι ...χτυπάει και πρέπει να μπούμε στις τάξεις μας. Σαν μελίσσι όλοι οι συμμαθητές κατευθυνόμαστε προς την πόρτα της τάξης. Η πόρτα ανοίγει και η φωνή της φιλολόγου ακούγεται από ένα μεγάφωνο (;) ''Αμπελόκηποι" Κοιτάζω σαν υπνωτισμένη γύρω μου και αντί των συμμαθητών μου βλέπω ένα άγνωστο πλήθος να βγαίνει από το μετρό. Χμ! Επέστρεψα στο παρόν. Προσγειώθηκα και με πολύ άγχος πάω να βρω τους φίλους μου. Μετά από 25 και πλέον χρόνια μας χωρίζει μια απόσταση αναπνοής ή μια αχανής αγεφύρωτη έκταση; Θα τους αναγνωρίσω; Θα με αναγνωρίσουν; Θα βρούμε πάλι τα ίδια σημεία επαφής; τους ίδιους κώδικες επικοινωνίας; Μήπως να γυρίσω πίσω; Είμαι όμως ήδη μπροστά τους. Η Μαριάννα και ο Τάκης! Χωρίς δεύτερη σκέψη πέφτει ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Φιλιά, συγκίνηση! Θεέ μου! Πόσο έχουν αλλάξει! Που είναι το ψηλόλιγνο αγόρι με τα μαύρα ατίθασα μαλλιά; Και η Μαριάννα, με τα γυριστά ματοτσίνορα και τα μακριά καστανά μαλλιά; Που είναι η Μαριάννα και ο Τάκης που θυμόμουν; Μπροστά μου είχα δύο γοητευτικά άγνωστους ανθρώπους. Ώριμοι και γοητευτικοί και οι ίδιοι και το μόνο σημείο που μου θύμιζε τα νεαρά παιδιά που θυμόμουν, ήταν τα μάτια τους και το βλέμμα τους! Ζεστό, φιλικό, γεμάτο αγάπη. Και το ταπεραμέντο τους! Εξωστρεφές, ζωηρό και αιώνια ζακυνθινό! Δεν ξέρω αυτοί πως με είδαν- είπαν οτι δεν άλλαξα καθόλου. Ξανααγκαλιαστήκαμε και στις επόμενες ώρες που πέρασαν χωρίς να το καταλάβουμε, προσπαθήσαμε να χωρέσουμε 75 χρόνια ( το σύνολο των βιογραφιών μας) και τις κοινές μας αναμνήσεις. Δεν υπήρξε ούτε ένα λεπτό αμηχανίας! Λέγαμε, γελάγαμε, πειράζαμε ο ένας τον άλλο σαν σχολιαρόπαιδα...όπως τότε...!
Το νήμα δεν κόπηκε...

Αγαπημένοι μου φίλοι, χάρηκα πολύ που σας ξαναείδα και σας ευχαριστώ για το υπέροχο απόγευμα. Πέρασα θαυμάσια.!
Θα ξαναβρεθούμε παιδιά!

11/1/10

Για τον Παναγιώτη, ...ένα παλικάρι από το χωριό μου...

Βρίζε με, μάνα βρίζε με κι εγώ να φύγω θέλω,

να πάω με τα κάτρεγα, με τα χοντρά καράβια,

να κάμω μήνες να διαβώ και χρόνους να γυρίσω,

να βαρεθούν τα μάτια σου τηράζοντας τζη στράταις

και να μαλλιάσει η γλώσσα σου ρωτώντας τζη διαβάτες



''Διαβάτες που διαβαίνετε, καλοί μου στρατηλάτες,

μην είδετε τον Έρωτα, κι εμένα το παιδί μου;''



''Πες μου σουσούμια του κορμιού ναν τόνε σουσουμιάσω''



''Ήταν ψηλός, ήταν λιγνός, μα ήταν κυπαρισσένιος,

είχε κορμί για τ' άρματα και μέση για πατρώνα,

είχε καιν ώμους τορνευτούς για τα ντουφέκια ανκάνα,

είχε κεφάλι ολόχρυσο και τα μαλλιά μετάξι

Και τα φτερά του λείπανε του γιου μου να πετάξει.''



και εκείνοι απηλοηθήκανε και τέτοιο λόγο λένε.



''Εμείς εψές τον είδαμε στον άμμο ξαπλωμένο,

κι είχε τα θύκια πάπλωμα, τον άμμο ματαράτζι

και τα ξανθά του τα μαλλιά είχε προσκεφαλάκι.

Μαύρα πουλιά τον τρώγανε, κι άσπρα τον τρογυρίζαν

κι ένα πουλί, καλό πουλί, δεν ήθελε να φάει.''



''Φάε και συ μωρέ πουλί, φάε κα συ από μένα,

φάε από πόδια γλήγορα και χέρια προκομμένα,

φάε κι από τη γλωσσούλα μου την αηδονολαλούσα!

Μα θε να κάμω μια γραφή σιδεροβουλλωμένη,

να στείλω στη μανούλα μου τη πολυπικραμένη.''



Ζακυνθινό δημοτικό μοιρολόι από τα ''Φιλολογικά Ανάλεκτα Ζακύνθου'' του Ν. Κατραμή (1880)